Выбрать главу

Η Χαρίνε, ωστόσο, δεν επιδοκίμαζε αυτήν την απόφαση. Τα χείλη της σφίχτηκαν πριν προλάβει να συγκρατηθεί. «Όπως επιθυμείς», είπε, κι ο τόνος της φωνής της ήταν λιγότερο ευχάριστος από πριν.

Από τη στιγμή που βρέθηκε στην άβολη καμπίνα, όπου οτιδήποτε, εκτός από μερικά μπαούλα με μπρούντζινη επένδυση, έμοιαζε εντοιχισμένο, ο Ραντ δεν ήταν σίγουρος κατά πόσον η γυναίκα δεν είχε κερδίσει αυτό που ήθελε απλά με τον να τον φέρει εκεί. Κατ' αρχάς, έπρεπε να στέκεται καμπουριαστός ανάμεσα στα δοκάρια της οροφής ή όποια κι αν ήταν η ναυτική τους ορολογία. Είχε διαβάσει κάμποσα βιβλία σχετικά με πλοία, αλλά δεν αναφέρονταν πουθενά. Το κάθισμα που του προσφέρθηκε, στην άκρη του τραπεζιού, δεν μπορούσε να τραβηχτεί γιατί ήταν βιδωμένο στο κατάστρωμα, και μέχρι να του δείξει η Μιν πώς να ξεμανταλώσει το μπράτσο του καθίσματος και να το τραβήξει για να κάτσει, τα γόνατά του ακουμπούσαν στη βάση του τραπεζιού. Υπήρχαν μόνο οκτώ καθίσματα. Η Χαρίνε κάθισε στην απέναντι πλευρά με την πλάτη της στραμμένη στα κόκκινα παντζούρια της πρύμνης, έχοντας την Ανεμοσκόπο στα αριστερά της, την Κυρά των Πανιών στα δεξιά της, και την Ταβάλ πίσω. Η Μεράνα με τη Ραφέλα κάθισαν πίσω από τη Σάλον, ενώ η Μιν στα αριστερά του Ραντ. Ο Ντασίβα, που δεν του αναλογούσε κάθισμα, πήρε θέση δίπλα στην πόρτα και στεκόταν ευθυτενής με σχετική ευκολία, αν και τα δοκάρια της οροφής άγγιζαν το κεφάλι του. Μια νεαρή γυναίκα με λαμπερή γαλάζια μπλούζα και με ένα λεπτό σκουλαρίκι σε κάθε αυτί έφερε χοντρά φλιτζάνια που περιείχαν αποσταγμένο μαύρο πικρό τσάι.

«Ας τελειώνουμε με αυτά», είπε ο Ραντ επιτιμητικά, μόλις η γυναίκα με τον δίσκο αποχώρησε. Ήπιε μια γουλιά τσάι κι απέθεσε το φλιτζάνι πάνω στο τραπέζι. Δυσκολευόταν να τεντώσει τα πόδια του. Μισούσε τους περιορισμένους χώρους. Εικόνες από τότε που ήταν διπλωμένος μέσα στο κιβώτιο ξεπήδησαν στο μυαλό του, και μετά δυσκολίας διατήρησε την ψυχραιμία του. «Η Πέτρα του Δακρύου έπεσε, οι Αελίτες πέρασαν το Δρακότειχος, κι όλα τα σημάδια της Προφητείας Τζεντάι ήλθαν και παρήλθαν. Εγώ είμαι ο Κοραμούρ».

Η Χαρίνε χαμογέλασε πάνω από το φλιτζάνι της. Ήταν ένα χαμόγελο παγερό, χωρίς ίχνος ευθυμίας. «Όλα αυτά μπορεί να ισχύουν, δόξα στο Φως, όμως...»

«Ισχύουν», παρενέβη απότομα ο Ραντ, παρά το προειδοποιητικό βλέμμα της Μεράνα, η οποία έφτασε ακόμα και στο σημείο να τον σκουντήσει με το πόδι της. Ο Ραντ, όμως, αγνόησε κι αυτήν την κίνηση. Οι τοίχοι της καμπίνας έμοιαζαν να τους πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο. «Τι είναι αυτό που δεν πιστεύεις, Κυρά των Κυμάτων; Μήπως ότι οι Άες Σεντάι στην πραγματικότητα δεν με υπηρετούν; Ραφέλα, Μεράνα». Ο Ραντ έκανε ένα κοφτό νεύμα.

Το μόνο που ζητούσε εκ μέρους τους ήταν να έρθουν κοντά του ενώπιον όλων των παρευρισκομένων, αλλά εκείνες άφησαν κάτω τα φλιτζάνια τους, σηκώθηκαν με χάρη και, βηματίζοντας σαν να γλιστρούν, πήραν θέσεις αμφοτέρωθεν του Ραντ και... γονάτισαν. Καθεμία πήρε από ένα του χέρι στα δικά της και πίεσε τα χείλη της πάνω του, ακριβώς πάνω στο κεφάλι του Δράκοντα με την αστραφτερή χρυσαφιά χαίτη που τυλιγόταν γύρω από τον πήχυ του. Ο Ραντ μετά βίας κατάφερε να κρύψει την έκπληξή του, δίχως να αποτραβήξει το βλέμμα του από τη Χαρίνε. Το πρόσωπο της γυναίκας είχε πάρει μια γκριζωπή απόχρωση.

«Οι Άες Σεντάι με υπηρετούν, όπως θα κάνει κι ο λαός των Θαλασσινών». Ένευσε στις αδελφές να πάνε πίσω, στις θέσεις τους. Περιέργως, φάνηκαν να παραξενεύονται. «Έτσι λέει η Προφητεία Τζεντάι. Οι Θαλασσινοί θα υπηρετήσουν τον Κοραμούρ. Εγώ είμαι ο Κοραμούρ».

«Ναι, αλλά υπάρχει και το θέμα της Συναλλαγής». Ήταν φανερή η έμφαση που έδωσε στη λέξη η Χαρίνε. «Η Προφητεία Τζεντάι λέει πως, μέσω εσού, θα δοξαστούμε, κι όλες οι θάλασσες του κόσμου θα μας ανήκουν. Όπως εμείς σου δίνουμε κάτι, έτσι κι εσύ πρέπει να δώσεις κάτι σε μας. Αν δεν κάνω καλή Συναλλαγή, η Νέστα θα με κρεμάσει ανάποδα από τα ξάρτια γυμνή και θα καλέσει τις Πρώτες Δώδεκα της Φατρίας Σοντάιν να αναγορεύσουν καινούργια Κυρά των Κυμάτων». Ένας σπασμός απόλυτου τρόμου φάνηκε να δονεί το πρόσωπό της καθώς ξεστόμιζε αυτές τις λέξεις, και τα μαύρα της μάτια άνοιξαν διάπλατα από τη δυσπιστία. Η Ανεμοσκόπος της την κοίταξε με γουρλωμένα μάτια, κάτι που πάσχισαν να αποφύγουν η Ντέρα με την Ταβάλ. Το βλέμμα τους ήταν τόσο προσηλωμένο στο τραπέζι, που έλεγες πως τα πρόσωπά τους είχαν μαρμαρώσει.

Ξαφνικά, ο Ραντ κατάλαβε. Τα'βίρεν. Είχε δει κι άλλοτε τα αποτελέσματα, τις ξαφνικές εκείνες στιγμές που συνέβαινε το απροσδόκητο, απλώς και μόνο επειδή ήταν παρών ο ίδιος, αλλά ποτέ δεν γνώριζε τι συνέβαινε, μέχρις ότου ήταν πια πολύ αργά. Άπλωσε τα πόδια του όσο μπορούσε κι έγειρε με τους αγκώνες του πάνω στο τραπέζι. «Οι Άθά’αν Μιέρε θα με υπηρετήσουν, Χαρίνε. Αυτή είναι η προσφορά μου».