Выбрать главу

Ο Ραντ αισθάνθηκε ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά του και στριφογύρισε στα χέρια του το Σκήπτρο του Δράκοντα, που ήταν φτιαγμένο από ένα κομμάτι λόγχης των Σωντσάν. Μήπως είχαν επανεμφανιστεί; Τους είχαν απωθήσει μια φορά, στο Φάλμε. Κουβαλούσε μαζί του την αιχμή του δόρατος, για να υπενθυμίζει στον εαυτό του πως υπήρχαν στον κόσμο περισσότεροι εχθροί απ' όσους μπορούσε να δει ο ίδιος. Ήταν, ωστόσο, σίγουρος πως οι Σωντσάν θα χρειάζονταν χρόνια μέχρι να ανανήψουν από την ήττα που είχαν υποστεί από τον Αναγεννημένο Δράκοντα και από τους νεκρούς ήρωες, οι οποίοι είχαν σπεύσει στο κάλεσμα του Κέρατος του Βαλίρ και τους είχαν ξαποστείλει πίσω, στη θάλασσα. Άραγε, το Κέρας βρισκόταν ακόμα στον Λευκό Πύργο; Ήξερε πως το είχαν μεταφέρει εκεί.

Ξαφνικά, ο περιορισμένος χώρος της καμπίνας τού έγινε ανυπόφορος. Ψαχούλεψε το μάνταλο στο μπράτσο της πολυθρόνας. Δεν άνοιγε. Άδραξε το μαλακό ξύλο και, με ένα σπασμωδικό τράβηγμα, έκανε το μπράτσο κομμάτια. «Συμφωνήσαμε πως οι Θαλασσινοί θα με υπηρετήσουν», είπε καθώς σηκωνόταν όρθιος. Το χαμηλό ταβάνι τον ανάγκαζε να σκύβει απειλητικά πάνω από το τραπέζι. Η καμπίνα έμοιαζε να έχει μικρύνει. «Αν υπάρχει κάτι επιπλέον σχετικά με τη Συναλλαγή, θα το συζητήσεις με τη Μεράνα και με τη Ραφέλα». Δίχως να περιμένει απάντηση, στράφηκε προς την πόρτα όπου τον περίμενε ο Ντασίβα, μουρμουρίζοντας μόνος του.

Η Μεράνα τον πρόλαβε, τον άρπαξε από το μανίκι και του ψιθύρισε κάτι, γρήγορα και χαμηλόφωνα. «Άρχοντα Δράκοντα, ίσως θα ήταν καλύτερα να παραμείνεις. Έχεις δει τι μπορείς να κάνεις ως τα'βίρεν. Όντας παρών, πιστεύω πως η γυναίκα θα συνεχίσει να αποκαλύπτει όσα θέλει κατά βάθος να αποκρύψει, και θα συμφωνήσει προτού ακόμα της παραχωρήσουμε κάτι».

«Ανήκεις στο Γκρίζο Άτζα», της αποκρίθηκε απότομα. «Ανάλαβε εσύ τις διαπραγματεύσεις! Ντασίβα, έλα μαζί μου».

Όταν βγήκαν στο κατάστρωμα, πήρε βαθιές εισπνοές. Ο ασυννέφιαστος ουρανός ήταν πεντακάθαρος πάνω από τα κεφάλια τους.

Του πήρε ένα λεπτό μέχρι να προσέξει την Μπέρα και τις άλλες δύο αδελφές που τον κοιτούσαν με προσμονή. Ο Φλιν κι ο Ναρίσμα ήταν αφοσιωμένοι στο καθήκον τους, παρακολουθώντας εν μέρει το πλοίο κι εν μέρει τις όχθες του ποταμού, την πόλη από τη μια πλευρά και τους μισοχτισμένους σιτοβολώνες από την άλλη. Ένα πλοιάριο καταμεσής του ποταμού θα ήταν πολύ ευάλωτος στόχος, αν κάποιος από τους Αποδιωγμένους αποφάσιζε να το χτυπήσει. Όσο γι' αυτό, οποιοδήποτε μέρος ήταν επικίνδυνο. Ο Ραντ δεν καταλάβαινε για ποιον λόγο κανείς από δαύτους δεν αποφάσιζε να καταστρέψει το παλάτι του Ήλιου ενόσω ο ίδιος βρισκόταν μέσα.

Η Μιν τον άγγιξε στο μπράτσο κι εκείνος αναπήδησε.

«Συγγνώμη», της είπε. «Δεν έπρεπε να σε αφήσω».

«Δεν πειράζει», απάντησε αυτή γελώντας. «Η Μεράνα στρώθηκε ήδη στη δουλειά. Έχω την εντύπωση πως θα βάλει τα δύο πόδια της Χαρίνε σε ένα παπούτσι. Η Κυρά των Κυμάτων μοιάζει με κουνέλι που παγιδεύτηκε ανάμεσα σε δύο κουνάβια».

Ο Ραντ ένευσε. Οι Θαλασσινοί ήταν σχεδόν δικοί του πια. Τι σημασία είχε αν το Κέρας του Βαλίρ εξακολουθούσε να βρίσκεται στον Λευκό Πύργο; Εκείνος ήταν τα'βίρεν. Εκείνος ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας, ο Κοραμούρ. Ο χρυσαφένιος ήλιος έκαιγε, λίγο πριν φτάσει στο ζενίθ του. «Η μέρα δεν έχει τελειώσει ακόμα, Μιν». Ένιωθε ικανός για όλα. «Θα ήθελες να με παρακολουθήσεις να κανονίζω τους επαναστάτες; Πάω χίλιες κορώνες στοίχημα πως θα τα καταφέρω πριν από τη δύση. Αν χάσεις, θα μου δώσεις ένα φιλί».

35

Στο Δάσος

Καθισμένη σταυροπόδι στο κρεβάτι του, η Μιν παρατηρούσε τον Ραντ, ο οποίος είχε βγάλει το πανωφόρι του και το είχε παραπετάξει ανάμεσα στα άλλα του ρούχα, στη μεγάλη ντουλάπα με τη φιλντισένια διακόσμηση. Πώς μπορούσε να κοιμάται σ' αυτό το δωμάτιο, με όλα αυτά τα μαύρα βαριά έπιπλα; Ένα μέρος του εαυτού της σκέφτηκε αφηρημένα να τα βγάλει έξω και να τα αντικαταστήσει με μερικά σκαλιστά, ελαφρά επιχρυσωμένα κομμάτια που είχε δει στο Κάεμλυν, καθώς και με ωχρές κουρτίνες και λινά, που κι ο ίδιος θα έβρισκε λιγότερο καταθλιπτικά. Παράξενο. Ποτέ της δεν είχε ενδιαφερθεί με οποιονδήποτε τρόπο για έπιπλα ή για κουρτίνες. Ωστόσο, ειδικά αυτή η ταπετσαρία που απεικόνιζε μια μάχη —έναν απομονωμένο ξιφομάχο, κυκλωμένο από εχθρούς έτοιμους να τον συντρίψουν- έπρεπε να φύγει. Κατά κύριο λόγο, όμως, η Μιν παρατηρούσε εκείνον.

Υπήρχε ένα επίμονο βλέμμα στα γαλάζια μάτια του, έτσι όπως αντικαθρέφτιζαν το πρωινό, κι η χιονένια του πουκαμίσα τεντώθηκε πάνω στη φαρδιά του πλάτη όταν γύρισε να απλώσει το χέρι του βαθιά, στο εσωτερικό της ντουλάπας. Είχε πολύ καλοσχηματισμένα πόδια και γεροδεμένες κνήμες, που αναδεικνύονταν μέσα από το σκούρο εφαρμοστό παντελόνι, ενώ οι μπότες του ήταν αναποδογυρισμένες. Κάποιες φορές, το βλέμμα του γινόταν βλοσυρό, και περνούσε τα δάχτυλά του σαν χτένα μέσα από τα σκουροκόκκινα μαλλιά του. Όσο και να τα χτένιζε, δεν θα έστρωναν. Επέμεναν να κατσαρώνουν ελαφρά γύρω από τα αυτιά και στη βάση του αυχένα του. Η Μιν δεν ανήκε σ’ εκείνη την ανόητη κατηγορία γυναικών που έδιναν σε έναν άντρα το μυαλό τους και την καρδιά τους. Απλώς, μερικές φορές δυσκολευόταν να σκεφτεί ξεκάθαρα όταν βρισκόταν πλάι του. Αυτό ήταν όλο.