Выбрать главу

Το ένα κεντητό πανωφόρι μετά το άλλο πετάγονταν έξω και προσγειώνονταν στο πάτωμα, πάνω από το ρούχο που είχε φορέσει στο πλοίο των Θαλασσινών. Άραγε, οι διαπραγματεύσεις κυλούσαν έστω και σχετικά καλά, παρά την απουσία του τα'βίρεν; Μακάρι να είχε η Μιν μια ολοκληρωμένη και χρήσιμη εικόνα των Θαλασσινών. Στα μάτια της, οι εικόνες κι οι πολύχρωμες αύρες εξακολουθούσαν να χορεύουν γύρω από τον Ραντ. Οι περισσότερες χάνονταν προτού μπορέσει να τις αντιληφθεί. Μόνο μία παρέμενε ακατανόητη προς το παρόν. Μια εικόνα που ερχόταν κι έφευγε εκατό φορές τη μέρα, κι όποτε ήταν παρόντες ο Ματ ή ο Πέριν, τους περιέκλειε κι αυτούς, μερικές φορές κι άλλους ακόμα. Μια πελώρια σκιά καραδοκούσε πάνω από τον Ραντ, μια σκιά που κατάπινε κατά χιλιάδες μικροσκοπικά φώτα, όμοια με πυγολαμπίδες που έπεφταν επάνω του σε μια προσπάθεια να γεμίσουν το σκοτάδι. Σήμερα, οι πυγολαμπίδες έμοιαζαν να είναι άπειρες, αλλά κι η σκιά φάνταζε μεγαλύτερη. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή η εικόνα συμβόλιζε τη μάχη του με τη Σκιά, αλλά σχεδόν ποτέ δεν ήθελε να μάθει την εξέλιξή της. Όχι ότι η Μιν ήξερε, εκτός του ότι η σκιά φαινόταν να κερδίζει τη μάχη με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Η γυναίκα ξεφύσησε με ανακούφιση όταν είδε την εικόνα να χάνεται.

Μια αδιόρατη σουβλιά ενοχής την έκανε να μετακινηθεί στη θέση της, πάνω στο κλινοσκέπασμα. Δεν του είχε πει ακριβώς ψέματα όταν εκείνος ζήτησε να του περιγράψει όσες εικόνες είχε κρατήσει μυστικές. Καθόλου, μάλιστα. Τι νόημα είχε να του πει πως ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα αποτύγχανε χωρίς να έχει δίπλα του μια γυναίκα νεκρή από καιρό; Ούτως ή άλλως, απογοητευόταν πολύ εύκολα. Έπρεπε να του κρατά ψηλά το ηθικό, να του θυμίζει πώς είναι να γελά κανείς. Εκτός κι αν...

«Δεν νομίζω πως είναι καλή ιδέα, Ραντ». Ίσως αυτό που έλεγε να ήταν λάθος. Οι άντρες ήταν παράξενα πλάσματα από πολλές απόψεις· τη μια στιγμή άκουγαν μια λογική συμβουλή, και την επόμενη έκαναν το αντίθετο, μάλιστα επί τούτου. Πάντως, για κάποιον λόγο, ένιωθε... προστατευτική... απέναντι σ' αυτόν τον πανύψηλο άντρα, ο οποίος πιθανότατα θα μπορούσε να την ανασηκώσει με το ένα του χέρι. Και χωρίς να διαβιβάσει.

«Είναι θαυμάσια ιδέα», είπε ο Ραντ, αφήνοντας κάτω ένα μπλε πανωφόρι με ασημί κέντημα. «Είμαι τα'βίρεν, κι η σημερινή ημέρα φαίνεται να λειτουργεί υπέρ μου». Άλλο ένα πανωφόρι, αυτήν τη φορά πράσινο και με χρυσαφί κέντημα, προσγειώθηκε στο πάτωμα.

«Μήπως είναι καλύτερα να με παρηγορήσεις ξανά;»

Ο Ραντ μαρμάρωσε στη θέση του, κοιτώντας την ενώ κρατούσε αφηρημένα στα χέρια του ένα κόκκινο αργυροστόλιστο πανωφόρι. Η Μιν ήλπιζε να μην είχε κοκκινίσει. Παρηγοριά. Πού της ήρθε τώρα αυτή η ιδέα; αναρωτήθηκε σιωπηλά. Οι θείες που την είχαν αναθρέψει ήταν αξιαγάπητες κι ευγενικές γυναίκες, αλλά είχαν μια ακλόνητη αντίληψη για την έννοια της σωστής συμπεριφοράς. Δεν ενέκριναν να φοράει παντελόνια ή να δουλεύει στους στάβλους, μια δουλειά που αγαπούσε πολύ, μια και την έφερνε σε επαφή με άλογα. Και, φυσικά, ούτε ρώτημα για το πώς θα ερμήνευαν τη λέξη παρηγοριά με έναν άντρα τον οποίο δεν είχε παντρευτεί καν. Αν το ανακάλυπταν, ήταν ικανές να έρθουν από το Μπάερλον για να την ξυλοφορτώσουν. Κι εκείνον, φυσικά.

«Θα... θα χρειαστεί να βρίσκομαι σε διαρκή κίνηση, όσο είμαι σίγουρος ότι εξακολουθεί να λειτουργεί θετικά», της αποκρίθηκε αργά κι έπειτα στράφηκε και πάλι στην ντουλάπα. «Αυτό μου κάνει», αναφώνησε, τραβώντας ένα απλό πανωφόρι από πράσινο μαλλί. «Δεν ήξερα πως βρίσκεται εδώ».

Ήταν το πανωφόρι που φορούσε όταν είχε επιστρέψει από τα Πηγάδια του Ντουμάι. Η Μιν πρόσεξε πως τα χέρια του έτρεμαν στη θύμηση. Προσπαθώντας να φανεί ανέμελη, σηκώθηκε και τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του, συνθλίβοντας το πανωφόρι ανάμεσά τους καθώς ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στο στήθος του.

«Σ' αγαπώ», ήταν το μόνο που είπε. Μέσα από την πουκαμίσα μπορούσε να νιώσει το στρογγυλό και μισοθεραπευμένο σημάδι στο αριστερό του πλευρό. Θυμόταν σαν χθες πώς το είχε αποκτήσει ο Ραντ. Ήταν η πρώτη φορά που τον είχε πάρει στην αγκαλιά της, ενώ εκείνος ήταν αναίσθητος, σχεδόν μισοπεθαμένος.