Τα χέρια του πίεσαν την πλάτη της και την έσφιξαν δυνατά μέχρι που της κόπηκε η ανάσα, αλλά αμέσως μετά έπεσαν στο πλάι, άτονα. Η Μιν νόμισε πως τον άκουσε να μουρμουρίζει κάτι σαν «δεν είναι δίκαιο» μέσα από τα δόντια του. Άραγε, σκεφτόταν τους Θαλασσινούς όσο την κρατούσε; Θα μπορούσε. Η Μεράνα ήταν Γκρίζα, ωστόσο λεγόταν πως οι Θαλασσινοί μπορούσαν να κάνουν μια Ντομάνη να ιδρώσει. Θα μπορούσε, όμως... Σκέφτηκε να τον χτυπήσει στον αστράγαλο. Την έκανε πέρα απαλά κι άρχισε να βάζει το πανωφόρι του.
«Ραντ», του είπε με σταθερή φωνή, «δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πως θα φέρει καλό αποτέλεσμα επειδή πέτυχε με τη Χαρίνε. Αν το γεγονός ότι είσαι τα'βίρεν επηρέαζε τα πάντα, κάθε άρχοντας θα γονυπετούσε μπροστά σου, ακόμα κι οι Λευκομανδίτες».
«Είμαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας», της απάντησε περήφανα, «και σήμερα μπορώ να κάνω τα πάντα». Άδραξε τη ζώνη του ξίφους του και την έδεσε γύρω από τη μέση του. Η πόρπη ήταν από απλό μπρούντζο. Ο επιχρυσωμένος Δράκοντας κειτόταν στο κλινοσκέπασμα, πάνω στο κρεβάτι. Γάντια από λεπτό μαύρο δέρμα κάλυψαν τις χρυσές χαίτες στο πάνω μέρος των χεριών του και τους χαραγμένους ερωδιούς στις παλάμες του. «Αν και δεν του μοιάζω, έτσι;» Άπλωσε τα χέρια του, χαμογελώντας. «Δεν θα το μάθουν μέχρι που θα είναι αργά πια».
Η Μιν τίναξε τα χέρια της σε απόγνωση. «Ούτε με τρελό μοιάζεις», του είπε και τον άφησε να το πάρει όπως θέλει. Ο βλάκας τη λοξοκοίταξε, λες και δεν ήταν σίγουρος. «Ραντ, μόλις δουν τους Αελίτες, ή θα το βάλουν στα πόδια ή θα αρχίσουν να πολεμούν. Αν δεν προτίθεσαι να πάρεις κάποια από τις Άες Σεντάι, τουλάχιστον πάρε τους Άσα'μαν. Ένα βέλος είναι αρκετό για να σε ρίξει νεκρό, είτε είσαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας είτε ένας γιδοβοσκός!»
«Μα, είμαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας, Μιν», της αποκρίθηκε σοβαρά. «Όπως, επίσης, είμαι και τα'βίρεν. Θα πάμε μόνοι μας, εσύ κι εγώ. Αν, φυσικά, εξακολουθείς να θες να έρθεις».
«Δεν πρόκειται να πας πουθενά χωρίς εμένα, Ραντ αλ'Θόρ». Δεν του ανέφερε πως, δίχως τη βοήθειά της, ήταν ικανός να τα κάνει θάλασσα. Αυτή η αίσθηση ευφορίας ήταν εξίσου κακός οιωνός με τη ζοφερή μελαγχολία. «Αυτό δεν θα αρέσει στη Ναντέρα». Δεν είχε ιδέα τι ακριβώς συνέβαινε ανάμεσα στον Ραντ και στις Κόρες -κάτι πολύ περίεργο, απ' ό,τι είχε δει μέχρι στιγμής— αλλά η οποιαδήποτε ελπίδα, πως θα μπορούσε να τον σταματήσει, εξανεμίστηκε όταν τον είδε να χαμογελά πλατιά, σαν αγοράκι που αποφεύγει επιδέξια τις κατσάδες της μάνας του.
«Δεν θα το μάθει, Μιν». Ακόμη και τα μάτια του σπίθιζαν! «Το κάνω συνεχώς και δεν έχουν πάρει χαμπάρι τίποτα». Έτεινε ένα γαντοφορεμένο χέρι, περιμένοντας πως η κοπέλα θα ξαφνιαζόταν με τα λόγια του.
Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να ισιώσει το πράσινο πανωφόρι της, να ρίξει μια ματιά στον καθρέφτη, για να φτιάξει τα μαλλιά της, και να του πιάσει το χέρι. Το πρόβλημα ήταν πως όντως ήταν έτοιμη να αναπηδήσει, αν στράβωνε κάποιο δάχτυλο· απλά, ήθελε να βεβαιωθεί πως εκείνος δεν θα το μάθαινε ποτέ.
Το απόγευμα, ο Ραντ έφτιαξε μια πύλη πάνω από τον χρυσό Ανατέλλοντα Ήλιο που ήταν χαραγμένος στο δάπεδο, κι η Μιν τον άφησε να την οδηγήσει μέσα από ένα λοφώδες δάσος στρωμένο με νεκρά φύλλα. Ένα πουλί πετάρισε μακριά, ανοίγοντας διάπλατα τα πορφυρά του φτερά. Ένας σκίουρος εμφανίστηκε πάνω σε ένα κλαδί και τερέτισε προς το μέρος τους, τινάζοντας πέρα δώθε τη γούνινη ουρά του με τη λευκή άκρη.
Το δάσος, απ' όσο θυμόταν, δεν έμοιαζε με αυτό που υπήρχε κοντά στο Μπάερλον. Άλλωστε, τα πραγματικά δάση κοντά στην πόλη της Καιρχίν ήταν ελάχιστα. Τα περισσότερα δέντρα απείχαν τέσσερα, πέντε, ακόμα και δέκα πόδια το ένα από το άλλο. Ψηλές χαμοδάφνες και πεύκα, ακόμα πιο ψηλές βελανιδιές και δέντρα άγνωστα σε εκείνη, διέτρεχαν το επίπεδο έδαφος πάνω στο οποίο πατούσαν η ίδια κι ο Ραντ, κι ανηφόριζαν μια πλαγιά που ξεκινούσε λίγες πιθαμές πιο κάτω. Ακόμα κι η χαμηλή βλάστηση φάνταζε πιο αραιωμένη από αυτήν της πατρίδας τους, με τους θάμνους, τις περικοκλάδες και τα ρείκια απλωμένα διάσπαρτα, αν και μερικά από αυτά δεν ήταν και τόσο μικρά. Όλα ήταν καφετιά και ξερά. Η Μιν τράβηξε ένα δαντελένιο μαντιλάκι από το μανίκι της και σκούπισε τον ιδρώτα που ξεπηδούσε ξαφνικά στο πρόσωπό της.
«Προς τα πού πάμε;» τον ρώτησε. Σύμφωνα με τη θέση του ήλιου, ο Βορράς ήταν πάνω από την πλαγιά, προς τα εκεί δηλαδή που θα διάλεγε η ίδια. Η πόλη θα πρέπει να βρισκόταν εφτά ή οκτώ μίλια προς εκείνη την κατεύθυνση. Με λίγη τύχη, θα μπορούσαν να βαδίσουν όλο τον δρόμο προς τα πίσω δίχως να συναντήσουν ψυχή. Ή, ακόμα καλύτερα, δεδομένου ότι εκείνη φορούσε μπότες με τακούνια, κι η διαμόρφωση του εδάφους δεν ήταν η καλύτερη -η δε ζέστη αφόρητη- ο Ραντ ίσως να αποφάσιζε να τα παρατήσει και να φτιάξει άλλη μια πύλη προς το Παλάτι του Ήλιου. Τα δώματα του παλατιού ήταν δροσερά συγκριτικά.