Πριν προλάβει να της απαντήσει, ο ήχος από ξερά φύλλα που θρύβονταν ανήγγειλε τον ερχομό κάποιου. Ο καβαλάρης που εμφανίστηκε πάνω στο γκρίζο ευνουχισμένο ζώο με τα μακριά πόδια και με τα ζωηρόχρωμα χαλινάρια ήταν μια Καιρχινή γυναίκα, κοντή και λεπτόκορμη. Φορούσε ένα σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο, μεταξωτό φόρεμα ιππασίας με οριζόντιες ρίγες σε πορφυρό, πράσινο και λευκό χρώμα, οι οποίες διέτρεχαν τη φορεσιά από τον λαιμό έως τα γόνατα. Ο ιδρώτας στο πρόσωπό της δεν μείωνε στο ελάχιστο τη χλωμή ομορφιά της, ούτε έκανε τα μάτια της να φαίνονται σαν κάτι λιγότερο από μεγάλες σκοτεινές λίμνες. Μια μικρή διάφανη πράσινη πέτρα κρεμόταν στο μέτωπό της από μια λεπτοδουλεμένη χρυσή αλυσίδα, που ήταν δεμένη στα μαύρα της μαλλιά καθώς αυτά έπεφταν κυματιστά στους ώμους της.
Η Μιν ένιωσε να της κόβεται η ανάσα, όχι εξαιτίας της κυνηγετικής βαλλίστρας την οποία η γυναίκα είχε ανασηκώσει αδιάφορα στο χέρι της, που στολιζόταν από ένα πράσινο γάντι. Για μια στιγμή, ήταν σίγουρη πως επρόκειτο για τη Μουαραίν. Όμως...
«Δεν θυμάμαι να σας έχω ξαναδεί στον καταυλισμό», είπε η γυναίκα με μια λαρυγγώδη, σχεδόν πνιχτή φωνή. Η φωνή της Μουαραίν ήταν κρυστάλλινη. Η βαλλίστρα κατέβηκε με μια εξίσου αδιάφορη κίνηση και σημάδεψε το στήθος του Ραντ.
Αυτός την αγνόησε. «Σκέφτηκα πως δεν θα ήταν άσχημα να ρίξω μια ματιά στον καταυλισμό σου», είπε με μια ελαφριά υπόκλιση. «Να υποθέσω πως είσαι η Αρχόντισσα Κάραλαϊν Ντέημοντρεντ;» Η λεπτοκαμωμένη γυναίκα έγειρε το κεφάλι της, σαν να ομολογούσε πως αυτό ήταν το όνομά της.
Η Μιν αναστέναξε περίλυπη, αν και δεν περίμενε όντως να δει τη Μουαραίν ζωντανή. Η εικόνα της Μουαραίν ήταν η μόνη ελαττωματική απ' όσες έβλεπε. Από την άλλη, είχαν μπροστά τους την ίδια την Κάραλαϊν Ντέημοντρεντ, μία από τους πρωτεργάτες της επανάστασης ενάντια στον Ραντ εδώ, στην Καιρχίν, και διεκδικήτρια του Θρόνου του Ήλιου... Όντως, ο Ραντ παρατραβούσε τα νήματα του Σχήματος, αφού εκείνη είχε εμφανιστεί εδώ.
Η Αρχόντισσα Κάραλαϊν σήκωσε αργά τη βαλλίστρα στη μια πλευρά· η χορδή έκανε έναν κοφτό ήχο καθώς εκτόξευσε το πλατυκέφαλο βέλος στον αέρα.
«Αμφιβάλλω αν μπορεί να σε βλάψει κανείς», είπε σπιρουνίζοντας το ευνουχισμένο της ζώο, για να έρθει αργά προς το μέρος τους. «Ωστόσο, δεν θέλω να σκεφτείς πως σε απειλώ». Έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στη Μιν -μια σύντομη ματιά από την κορυφή έως τα νύχια, αν κι η Μιν ήταν σίγουρη πως αρκούσε για να την στοιχειοθετήσει πλήρως- αλλά, πέραν τούτου, τα μάτια της Αρχόντισσας Κάραλαϊν παρέμειναν καρφωμένα στον Ραντ. Τράβηξε τα γκέμια όταν βρέθηκε σε μια απόσταση τριών βημάτων, αρκετά μακριά για να μην προλάβει να της ορμήσει πριν αυτή σπιρουνίσει το ζώο της. «Μόνο έναν άντρα με γκρίζα μάτια στο ύψος σου μπορώ να σκεφτώ, κάποιον που εμφανίζεται από το πουθενά, εκτός κι αν είσαι κάποιος μεταμφιεσμένος Αελίτης. Θα μπορούσα να μάθω το όνομά σου, αν δεν σου κάνει κόπο;»
«Είμαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας», αποκρίθηκε ο Ραντ, με την ίδια αλαζονεία που είχε απέναντι τους Θαλασσινούς. Πάντως, ακόμη κι αν όλοι οι τα'βίρεν ύφαιναν το Σχήμα, η έφιππη γυναίκα δεν φάνηκε να προσέχει τίποτα.
Αντί να ξεπεζέψει και να γονυπετήσει, ένευσε απλώς σουφρώνοντας τα χείλη της. «Έχω ακούσει τόσο πολλά για σένα. Έχω ακούσει πως πήγες στον Πύργο για να υποταχθείς στην Έδρα της Άμερλιν, όπως κι ότι σκοπεύεις να δώσεις τον Θρόνο του Ήλιου στην Ηλαίην Τράκαντ. Έχω ακούσει επίσης, όμως, πως σκότωσες την Ηλαίην και τη μητέρα της».
«Δεν υποτάσσομαι σε κανέναν», απάντησε κοφτά ο Ραντ. Την κοίταξε με μια ματιά τόσο μανιασμένη, που αυτή καθ' αυτή θα μπορούσε να την πετάξει από τη σέλα. «Αυτήν τη στιγμή που μιλάμε, η Ηλαίην βρίσκεται καθ' οδόν προς το Κάεμλυν, για να πάρει τον θρόνο του Άντορ. Ύστερα, θα καταλάβει και τον θρόνο της Καιρχίν». Η Μιν μόρφασε. Ήταν ανάγκη να μιλάει τόσο υπεροπτικά; Ήλπιζε πως, ύστερα από τη συνάντηση με τους Θαλασσινούς, θα είχε καλμάρει κάπως.
Η Αρχόντισσα Κάραλαϊν ακούμπησε τη βαλλίστρα της διαγώνια της σέλας, μπροστά της, κι έσυρε σε όλο της το μήκος το γαντοφορεμένο της χέρι. Μήπως μετάνιωνε για την προηγούμενη άστοχη βολή; «Δεν θα είχα πρόβλημα να αποδεχτώ τη νεαρή μου εξαδέλφη στον θρόνο —καλύτερα αυτή, εξάλλου, παρά κάποια άλλη- όμως...» Τα μεγάλα σκοτεινά μάτια, που φάνταζαν ρευστά, έγιναν ξαφνικά πέτρινα. «...Όμως δεν είμαι σίγουρη αν μπορώ να αποδεχτώ εσένα στην Καιρχίν, και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στις αλλαγές όσον αφορά στους νόμους και στα έθιμα. Θα... θα αλλάξεις το ίδιο το πεπρωμένο με την παρουσία σου και μόνο. Κάθε μέρα από τότε που ήρθες, άνθρωποι πεθαίνουν σε ατυχήματα τόσο παράδοξα, ώστε κανείς δεν μπορεί να τα πιστέψει. Είναι τόσοι οι σύζυγοι που εγκαταλείπουν τις γυναίκες τους και το αντίστροφο, ώστε κανείς δεν δίνει πια σημασία. Αν παραμείνεις εδώ, θα διαλύσεις την Καιρχίν».