Выбрать главу

Ο εύσαρκος άντρας με τον μανδύα με τις κόκκινες ρίγες ξεπέζεψε από το καστανοκόκκινο και ψηλό άλογό του και χάρισε ένα βατραχίσιο χαμόγελο στον Ντάρλιν κι ένα άλλο, λιγότερο θερμό κι εξίσου γλοιώδες, στον Ραντ. Η γυναίκα με την αγριωπή φάτσα τον ακολούθησε ένα λεπτό αργότερα, ξεπεζεύοντας από την ασημόγκριζη φοράδα της. Δεν έδειχνε πολύ ευχαριστημένη.

Κι η Μιν το ίδιο. «Σκοπεύεις να πας στον καταυλισμό τους;» ψιθύρισε στον Ραντ, καθώς εκείνος την ανέβαζε στο άλογο. «Είσαι τρελός;» πρόσθεσε πριν σκεφτεί καλά-καλά.

«Όχι ακόμα», της αποκρίθηκε μαλακά, αγγίζοντας τη μύτη της με την άκρη του δαχτύλου του. «Το ξέρω χάρη σε σένα». Την έσπρωξε, ώστε να ανέβει στη φοράδα, κι έπειτα σκαρφάλωσε κι ο ίδιος στη σέλα του καστανοκόκκινου αλόγου και σπιρούνισε το ζώο για να βρεθεί δίπλα στον Ντράλιν.

Κατευθύνθηκαν βόρεια και κάπως προς τα δυτικά, διασχίζοντας την πλαγιά, κι άφησαν τον Ροβέρ και τον Άινς να στέκονται κάτω από τα δέντρα, κοιτώντας βλοσυρά και ξινισμένα ο ένας τον άλλον. Καθώς άρχισαν να βαδίζουν ακολουθώντας τους Καιρχινούς, οι υπόλοιποι Δακρυνοί ξέσπασαν σε γέλια κι ευχήθηκαν στους δύο άντρες να απολαύσουν την πεζοπορία.

Η Μιν σκόπευε να ιππεύσει πλάι στον Ραντ, αλλά η Κάραλαϊν την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε πίσω από τους δύο άντρες. «Θέλω να δω τι κάνει», είπε σιγανά η Κάραλαϊν, κι η Μιν αναρωτήθηκε τι εννοούσε. «Είσαι η ερωμένη του;» τη ρώτησε η Κάραλαϊν.

«Ναι», της απάντησε προκλητικά η Μιν μόλις ξαναβρήκε την ανάσα της. Ένιωθε τα μάγουλά της να φουντώνουν. Η γυναίκα, ωστόσο, απλά συγκατένευσε, λες κι ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Κι ίσως να ήταν, στην Καιρχίν τουλάχιστον. Μερικές φορές συνειδητοποιούσε πως όλες οι σοφιστείες που είχε αποκομίσει από τις συνομιλίες της με διάφορους εκπροσώπους της κοσμικής ζωής ήταν, ως επί το πλείστον, ασάφειες.

Ο Ραντ με τον Ντάρλιν προχωρούσαν κολλητά ο ένας με τον άλλον, με τον νεότερο άντρα να είναι ένα κεφάλι ψηλότερος από τον μεγαλύτερο. Η έπαρση ήταν ένας μανδύας που κάλυπτε και τους δύο. Συνομιλούσαν, αλλά δεν ήταν πολύ εύκολο να ακούσει κανείς τι έλεγαν. Συζητούσαν σιγανά, και το θρόισμα των νεκρών φύλλων κάτω από τις οπλές των αλόγων, καθώς επίσης κι ο ξερός ήχος των κλαδιών που έσπαζαν, ήταν αρκετά για να καταπνίξουν τα λόγια τους, τα οποία κάλυπτε ακόμα και το κρώξιμο ενός γερακιού πάνω από τα κεφάλια τους, ή το τσίριγμα κάποιου σκίουρου. Ωστόσο, πού και πού μπορούσε να ακουστεί κάτι αποσπασματικά.

«Αν επιτρέπεται, Τόμας», έλεγε σε κάποιο σημείο ο Ντάρλιν, καθώς κατέβαιναν από το πρώτο ύψωμα, «θα μπορούσα να πω, κι ορκίζομαι στο Φως ότι δεν θέλω να σε προσβάλω, ότι είσαι πολύ τυχερός που έχεις μια τόσο όμορφη γυναίκα. Φωτός θέλοντος, θα αποκτήσω κι εγώ μια εξίσου όμορφη».

«Γιατί δεν μιλάνε για σπουδαιότερα πράγματα;» μουρμούρισε η Κάραλαϊν.

Η Μιν έστρεψε αλλού το κεφάλι της για να κρύψει ένα αμυδρό χαμόγελο. Η Αρχόντισσα Κάραλαϊν δεν έμοιαζε ούτε κατά το ήμισυ δυσαρεστημένη απ' όσο ακουγόταν. Η ίδια δεν νοιάστηκε ποτέ της αν κάποιος τη θεωρούσε όμορφη ή όχι. Ή, τουλάχιστον, μέχρι που συνάντησε τον Ραντ. Ίσως τελικά η μύτη του Ντάρλιν να μην ήταν και τόσο μακρουλή.

«Έπρεπε να τον αφήσω να πάρει το Καλαντόρ από την Πέτρα», είπε ο Ντάρλιν λίγο αργότερα, ενόσω ανέβαιναν μια πλαγιά με αραιή βλάστηση. «Όμως, δεν μπορούσα να κάνω πίσω όταν έφερε τους Αελίτες εισβολείς στο Δάκρυ».

«Έχω διαβάσει τις Προφητείες του Δράκοντα», είπε ο Ραντ, γέρνοντας μπροστά, στον λαιμό του καστανοκόκκινου ζώου, παροτρύνοντάς το να προχωρήσει. Το άλογο είχε μια κομψή, στιλπνή όψη αλλά όχι περισσότερο σθένος από τον κάτοχό του, όπως υποπτευόταν η Μιν. «Η Πέτρα έπρεπε να πέσει προτού πάρει το Καλαντόρ», συνέχισε ο Ραντ. «Άκουσα πως τον ακολούθησαν κι άλλοι άρχοντες από το Δάκρυ».

Ο Ντάρλιν ρουθούνισε περιφρονητικά. «Γλείφουν τις μπότες του, γιατί είναι δουλικοί! Θα μπορούσα να τον ακολουθήσω κι εγώ, αν το ήθελε κι αν...» Κούνησε το κεφάλι του, αναστενάζοντας. «Πολλά "αν", Τόμας. Στο Δάκρυ υπάρχει ένα γνωμικό. "Οποιαδήποτε διαμάχη μπορεί να συγχωρεθεί, αλλά οι βασιλιάδες δεν ξεχνούν ποτέ". Το Δάκρυ δεν είχε ποτέ βασιλιά μέχρι την έλευση του Άρτουρ του Γερακόφτερου, αλλά νομίζω πως ο Αναγεννημένος Δράκοντας θα μπορούσε να γίνει βασιλιάς. Όχι, αμαύρωσε το όνομά μου με προδοσία, όπως λέει ο ίδιος, και πρέπει να συνεχίσω όπως άρχισα. Φωτός θέλοντος, μπορεί να δω ακόμα μία φορά πριν πεθάνω το Δάκρυ να κυριαρχεί στη γύρω περιοχή».