Η Μιν ήξερε πως αυτό ήταν δουλειά ενός τα'βίρεν. Δεν θα μπορούσε να απευθύνεται έτσι σε κάποιον που συναντάει για πρώτη φορά, είτε ήταν ο υποτιθέμενος ξάδερφος της Κάραλαϊν Ντέημοντρεντ είτε όχι. Τι σκεφτόταν ο Ραντ, όμως; Μετά βίας μπορούσε να περιμένει για να του μιλήσει για το στέμμα.
Φτάνοντας στην κορυφή του λόφου, ξαφνικά έπεσαν πάνω σε έναν ουλαμό λογχοφόρων, μερικοί εκ των οποίων είχαν χαραγμένους θώρακες ή περικεφαλαίες, ενώ άλλοι στερούνταν και των δύο. Οι πολεμιστές υποκλίθηκαν μόλις είδαν την ομάδα. Αριστερά και δεξιά, ανάμεσα στα δέντρα, η Μιν παρατήρησε κι άλλους φρουρούς. Από κάτω, ο καταυλισμός απλωνόταν σαν μια μόνιμη αχλή σκόνης. Προχωρούσε σε μία σχεδόν άδεντρη πλαγιά, διέσχιζε μια πεδιάδα μεταξύ των λόφων κι ανέβαινε στον επόμενο λόφο. Η κάθε ξεχωριστή σκηνή, από τις ελάχιστες που υπήρχαν, ήταν τεράστια, ενώ το λάβαρο κάποιου ευγενούς κρεμόταν άτονα από ένα κοντάρι στην οροφή. Τα άλογα, που ήταν προσδεμένα στις γραμμές περιφρούρησης, ήταν τόσα όσα κι οι άνθρωποι, ενώ χιλιάδες άντρες και μια χούφτα γυναίκες περιδιάβαιναν ανάμεσα στις φωτιές του μαγειρέματος και στις άμαξες. Κανείς τους δεν χαιρέτισε τους ηγέτες που περνούσαν από μπροστά τους.
Η Μιν τούς κοιτούσε εξεταστικά, πάνω από το μαντίλι που κρατούσε πιεσμένο στη μύτη της για να μην αναπνέει τη σκόνη, χωρίς να δίνει σημασία αν η Κάραλαϊν έβλεπε αυτό που έκανε. Αποκαρδιωμένα πρόσωπα τους παρακολουθούσαν καθώς περνούσαν, πρόσωπα βλοσυρά, άνθρωποι που γνώριζαν ότι είχαν πέσει στην παγίδα. Εδώ κι εκεί, όλο και κάποιος άντρας φορούσε το κον ενός Οίκου, αλλά οι περισσότεροι φορούσαν ό,τι είχαν βρει πρόχειρο, διάσπαρτα τμήματα και κομμάτια από πανοπλίες που ούτε τους έκαναν ούτε τους ταίριαζαν πολύ καλά. Κάμποσοι πάντως, άντρες αρκετά ψηλοί για να είναι Καιρχινοί, φορούσαν κόκκινα πανωφόρια κάτω από τους στραπατσαρισμένους θώρακες. Η Μιν πρόσεξε ένα μισοκρυμμένο λευκό λιοντάρι κεντημένο πάνω σε ένα βρώμικο κόκκινο μανίκι. Ο Ντάρλιν μπορούσε να φέρει ελάχιστους δικούς του, χρησιμοποιώντας τη μακρουλή βάρκα, ίσως όχι περισσότερους από την προσωπική του ομάδα κυνηγιού. Η Κάραλαϊν δεν κοιτούσε ούτε δεξιά ούτε αριστερά, καθώς προχωρούσαν διασχίζοντας το στρατόπεδο, αλλά όποτε πλησίαζαν κοντά στους άντρες με τα κόκκινα πανωφόρια, έσφιγγε το στόμα της.
Ο Ντάρλιν ξεπέζεψε μπροστά σε μια πελώρια σκηνή, τη μεγαλύτερη που είχε δει ποτέ της η Μιν, μεγαλύτερη απ' όσο μπορούσε να φανταστεί καν. Ήταν ωοειδής με πορφυρές ραβδώσεις κι έλαμπε στο ηλιόφως σαν μετάξι. Είχε τέσσερις μεγάλες κωνικές κορυφές, καθεμία με τον Ανατέλλοντα Ήλιο της Καιρχίν να κυματίζει στην τεμπέλικη αύρα, χρυσός πάνω σε μπλε φόντο. Ο άτεχνος ήχος από άρπες πλανήθηκε ανάμεσα στα μουρμουρητά των φωνών, μοιάζοντας με κρώξιμο χηνών. Καθώς οι υπηρέτες έπαιρναν τα άλογα, ο Ντάρλιν πρόσφερε το χέρι του στην Κάραλαϊν, κι αυτή, αφού κοντοστάθηκε λίγο, ακούμπησε τα δάχτυλά της ελαφρά στον καρπό του, τελείως ανέκφραστη, και τον άφησε να την οδηγήσει στο εσωτερικό.
«Αρχόντισσα και γυναίκα μου;» μουρμούρισε ο Ραντ χαμογελώντας και τείνοντας το χέρι του προς το μέρος της Μιν.
Η Μιν ρουθούνισε κι ακούμπησε το χέρι της επάνω στο δικό του. Θα προτιμούσε να του δώσει ένα χαστούκι. Δεν είχε δικαίωμα να την περιπαίζει, όπως δεν είχε δικαίωμα και να τη φέρει μέχρι εδώ, είτε ήταν τα'βίρεν είτε όχι. Θα μπορούσε να σκοτωθεί εδώ, που να καιγόταν! Αλλά μήπως τον ένοιαζε κιόλας αν εκείνη θα έκλαιγε ύστερα για όλη την υπόλοιπη ζωή της; Καθώς έμπαιναν, άγγιξε ένα από τα ριγωτά υφασμάτινα ανοίγματα και κούνησε το κεφάλι της με θαυμασμό. Ήταν όντως μετάξι. Μια μεταξωτή σκηνή!
Δεν είχαν προλάβει καλά-καλά να φτάσουν στο εσωτερικό, κι ένιωσε τον Ραντ να κοκαλώνει. Η συρρικνωμένη ακολουθία του Ντάρλιν και της Κάραλαϊν, στριμωχνόταν γύρω τους με ανειλικρινή μουρμουρητά συγγνώμης. Ανάμεσα στις τέσσερις κύριες δοκούς υπήρχαν μεγάλα τρίποδα τραπέζια που βαρυγκωμούσαν υπό το βάρος των φαγητών και των ποτών, ενώ στο πάτωμα ήταν στρωμένα ποικιλόχρωμα χαλιά εν είδει δαπέδου. Παντού υπήρχε κόσμος· Καιρχινοί ευγενείς με περίτεχνες ενδυμασίες και λίγοι στρατιώτες με ξυρισμένα και πουδραρισμένα κεφάλια, υψηλόβαθμοι προφανώς, κρίνοντας από τους καλοδουλεμένους μανδύες τους. Μια χούφτα βάρδοι περιδιάβαιναν το πλήθος παίζοντας μουσική, ξεχωρίζοντας τόσο από την αγέρωχη στάση τους, που ήταν πιο υπεροπτική από αυτή των ευγενών, όσο κι από τις σκαλιστές επίχρυσες άρπες που κρατούσαν. Ωστόσο, τη ματιά της Μιν τράβηξε η πραγματική πηγή της ανησυχίας του Ραντ. Τρεις Άες Σεντάι που συζητούσαν αναμεταξύ τους, φορώντας επώμια με πράσινα, καφετιά και γκρίζα κρόσσια. Εικόνες και χρώματα ξεπηδούσαν ανάμεσά τους, αλλά η Μιν δεν μπορούσε να βγάλει νόημα. Στριφογυρίζοντας το βλέμμα της γύρω στο πλήθος, ανακάλυψε άλλη μία, μια στρογγυλοπρόσωπη γυναίκα που καθόταν αναπαυτικά. Κι άλλες εικόνες, κι άλλα φευγαλέα χρώματα, αλλά το μόνο που χρειαζόταν η Μιν ήταν η εικόνα του επωμίου με τα κόκκινα κρόσσια που ήταν διπλωμένο πάνω στα πλαδαρά της μπράτσα.