Πέρα από τον κύκλο που σχημάτιζαν οι άμαξες, οι αδελφές άρχισαν να μιλούν ψιθυριστά μεταξύ τους, με το στόμα σε πολύ κοντινή απόσταση από το αυτί, τόσο ώστε ούτε κι ο Πέριν δεν άκουγε τι έλεγαν. Πού και πού, κάποια από αυτές έριχνε το βλέμμα της προς τη μεριά του ίδιου και του Άραμ. Περισσότερο επάνω του παρά στον Άραμ, δηλαδή. Ωστόσο, ξεχώρισε μερικά ονόματα. Νεσούνε Μπιχάρα, Έριαν Μπορόλεος, Κατερίνε Αλρούντιν, Κόιρεν Σαλνταίην, Σαρίνε Νέμνταλ, Έλζα Πένφελ, Ζανίν Πάβλαρα, Μπέλντεϊν Νάιραμ και Μάριθ Ρίβεν. Οι τελευταίες ήταν οι νεαρές αδελφές, αν και, νεαρές ή θαλερές, τον παρακολουθούσαν με τόσο γαλήνια βλέμματα που έμοιαζαν να έχουν το πάνω χέρι παρά την παρουσία των Άσα’μαν. Δεν ήταν εύκολο πράγμα να νικήσεις τις Άες Σεντάι, το να τις αναγκάσεις, όμως, να παραδεχτούν την ήττα τους ήταν κυριολεκτικά αδύνατο.
Ξέμπλεξε τα χέρια του και στηρίχθηκε στα γόνατά του, προσπαθώντας να παρουσιαστεί όσο το δυνατόν πιο ήρεμος, κάτι που ούτε κατά διάνοια δεν ένιωθε. Ήξεραν πως είναι τα'βίρεν, ένας από τους λίγους γύρω από τον οποίο θα διαμορφωνόταν το Σχήμα για ένα χρονικό διάστημα. Κι ακόμα χειρότερα, γνώριζαν πως ήταν δεμένος με τον Ραντ με κάποιον ακαθόριστο τρόπο, τον οποίο κανείς δεν κατανοούσε, ούτε καν ο ίδιος ή ο Ραντ. Ή ο Ματ. Ο Ματ, άλλος ένας τα'βίρεν, ήταν εξίσου μπλεγμένος σε αυτή την κατάσταση, αν και κανείς εκ των δύο τόσο πολύ όσο ο Ραντ. Μπορεί αυτές οι γυναίκες να μην είχαν πολλές πιθανότητες να πιάσουν αυτόν και τον Ματ και να τους σύρουν στον Λευκό Πύργο το ίδιο γρήγορα με τον Ραντ, αλλά, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα τους αλυσόδεναν σαν γίδια που περιμένουν την έλευση του λιονταριού. Κι όντως είχαν απαγάγει τον Ραντ και, μάλιστα, τον είχαν κακομεταχειριστεί. Ο Άραμ είχε δίκιο σε ένα πράγμα, τουλάχιστον. Δεν μπορούσες να τις εμπιστευτείς. Αυτό, όμως, που πρότεινε ο Άραμ δεν μπορούσε να το εγκρίνει σε καμιά περίπτωση. Η σκέψη και μόνο τον έκανε να νιώθει ναυτία.
«Δεν θέλω να ακούσω λέξη γι' αυτό το θέμα», γρύλισε. Ο πάλαι ποτέ Μάστορας άνοιξε το στόμα του να πει κάτι, αλλά ο Πέριν δεν τον άφησε. «Ούτε λέξη, Άραμ, κατάλαβες; Ούτε λέξη!»
«Όπως προστάζει ο Άρχοντάς μου Πέριν», μουρμούρισε ο άλλος κάνοντας μια υπόκλιση.
Ο Πέριν ευχήθηκε να μπορούσε να δει το πρόσωπο του Άραμ. Δεν απέπνεε οργή, ούτε πικρία, κι αυτό ήταν το χειρότερο. Δεν θα άφηνε να φανερωθεί τίποτα στα χαρακτηριστικά του, ακόμα κι αν του πρότεινε φόνο.
Δύο άντρες των Δύο Ποταμών σκαρφάλωσαν στους τροχούς της διπλανής άμαξας, ατενίζοντας πέρα από τα κάρα και προς την κάτω μεριά του λόφου, προς τον Βορρά. Καθένας τους έφερε στον δεξιό του γοφό μια φαρέτρα από γουρουνότρίχα και στον αριστερό ένα στιβαρό μαχαίρι με μακρόστενη λάμα, σαν κοντή σπάθα. Τριακόσιοι άντρες είχαν ακολουθήσει τον Πέριν από την πατρίδα. Καταράστηκε τον πρώτο που τον είχε αποκαλέσει Άρχοντα Πέριν, καταράστηκε τη μέρα που σταμάτησε την προσπάθεια να καταργήσει αυτόν τον τίτλο. Ακόμα και με τα μουρμουρητά και τη φασαρία, συνηθισμένα πράγματα για έναν καταυλισμό τέτοιου μεγέθους, δεν είχε πρόβλημα να ακούσει τις κουβέντες τους.
Ο Τοντ αλ'Κάαρ, ένα χρόνο μικρότερος από τον Πέριν, πήρε μια βαθιά ανάσα λες κι έβλεπε για πρώτη φορά το σκηνικό κάτωθέ του. Ο Πέριν μπορούσε να αισθανθεί σχεδόν τη σιαγόνα του ξερακιανού άντρα να κινείται πέρα δώθε. Η μητέρα του Τοντ τον είχε αφήσει πρόθυμα να ακολουθήσει τον Πέριν τον Χρυσομάτη θεωρώντας το μεγάλη τιμή για τον γιο της. «Μια μεγαλόπρεπη νίκη», είπε τελικά ο Τοντ. «Και την κερδίσαμε επάξια. Έτσι δεν είναι, Τζόνταϊν;»
Ο ψαρομάλλης Τζόνταϊν Μπάραν, ροζιασμένος σαν ρίζα βελανιδιάς, ήταν ένας από τους λίγους γηραιούς ανάμεσα στους τριακόσιους. Ο καλύτερος τοξότης στους Δύο Ποταμούς, με εξαίρεση βέβαια τον Άρχοντα αλ'Θόρ, κι ο καλύτερος κυνηγός όλων, ήταν ένας από τους λιγότερο εξέχοντες κατοίκους της περιοχής. Ο Τζόνταϊν δεν είχε δουλέψει ούτε μέρα περισσότερο από τότε που έγινε αρκετά μεγάλος για να αφήσει τη φάρμα του πατέρα του. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν τα δάση και το κυνήγι, όπως επίσης κι η υπερκατανάλωση πιοτού στις γιορτές. «Αφού το λες, αγόρι», είπε δυνατά, φτύνοντας. «Αλλά, τι τα θες, αυτοί οι σκληρόψυχοι οι Άσα'μαν κέρδισαν. Κι ευτυχώς, δηλαδή. Το μόνο κακό είναι που δεν πάνε να το γιορτάσουν κάπου αλλού».
«Δεν είναι και τόσο κακοί», διαμαρτυρήθηκε ο Τοντ. «Προσωπικά, δεν θα με πείραζε να είμαι ένας από δαύτους». Αυτό, βέβαια, ήταν περισσότερο καυχησιά και μπλόφα παρά αλήθεια. Το διαισθανόσουν. Παρ' όλο που δεν έβλεπε, ο Πέριν ήταν σίγουρος πως ο άντρας έγλειφε τα χείλη του. Το πιθανότερο ήταν πως η μητέρα του Τοντ, όχι πολλά χρόνια πριν, συνήθιζε να του λέει ιστορίες για άντρες με την ικανότητα της διαβίβασης για να τον τρομάξει. «Εννοώ... ο Ραντ -δηλαδή ο Άρχοντας Δράκοντας— εξακολουθεί να ακούγεται κάπως αλλόκοτο να είναι ο Ραντ αλ'Θόρ ο Αναγεννημένος Δράκοντας, έτσι;» Ο Τοντ γέλασε κοφτά, κι ο ήχος του γέλιου του υποδήλωνε ανησυχία. «Δηλαδή... έχει την ικανότητα να διαβιβάζει, αν και δεν του φαίνεται... Θέλω να πω...» Ξεροκατάπιε ηχηρά. «Από την άλλη, τι θα κάναμε χωρίς αυτούς με όλες τούτες τις Άες Σεντάι;» Η φωνή του είχε γίνει ψίθυρος κι απέπνεε φόβο τώρα. «Τι θα κάνουμε, Τζόνταϊν; Θέλω να πω, κρατάμε αιχμάλωτες Άες Σεντάι».