Η Μιν άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, αλλά ο Ραντ ακούμπησε ένα δάχτυλο στα χείλη της. «Είμαι αυτός που είμαι», είπε χαμογελώντας. «Αλλά και να μην ήμουν, δεν νομίζω πως θα μπορούσα να του ξεφύγω. Ώστε είναι δεινός ξιφομάχος». Ξεκούμπωσε το πανωφόρι του και βγήκε στον ανοιχτό χώρο.
«Γιατί είναι τόσο επίμονοι σε εντελώς ακατάλληλες στιγμές;» αναρωτήθηκε ψιθυριστά η Κάραλαϊν, με προφανή απογοήτευση στη φωνή της. Το μόνο που μπορούσε να κάνει η Μιν ήταν να συγκατανεύσει.
Ο Τόραμ αφαίρεσε την πουκαμίσα και το παντελόνι του κι άφησε να φανούν τα δύο ξίφη εξάσκησης που έφερε επάνω του, οι «λεπίδες» των οποίων αποτελούνταν από δεμένα, τορνευτά ξύλα. Ανασήκωσε το φρύδι του, στη θέα του Ραντ με το πανωφόρι του να χάσκει ορθάνοιχτο. «Αυτό θα περιορίζει τις κινήσεις σου, ξάδερφε». Ο Ραντ ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα.
Χωρίς προειδοποίηση, ο Τόραμ τού πέταξε το ένα ξίφος κι ο Ραντ το έπιασε στον αέρα από τη μακριά του λαβή.
«Τα γάντια που φοράς θα γλιστρούν, ξάδερφε. Πρέπει να έχεις σταθερό κράτημα».
Ο Ραντ άδραξε τη λαβή με τα δύο χέρια και γύρισε κάπως πλάγια, με τη λεπίδα προς τα κάτω και το αριστερό πόδι μπροστά.
Ο Τόραμ άπλωσε τα χέρια του, σαν να ήθελε να δείξει πως έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε. «Αν μη τι άλλο, ξέρει πώς να σταθεί», είπε γελώντας και, πριν ολοκληρώσει τη φράση του, χίμηξε μπροστά, με το ξίφος εξάσκησης να σημαδεύει το κεφάλι του Ραντ, έτοιμος να τον χτυπήσει με όλη του τη δύναμη.
Με έναν έντονο κρότο τα δύο μπανταρισμένα ξίφη συναντήθηκαν. Η μόνη κίνηση που έκανε ο Ραντ ήταν να σηκώσει το ξίφος του. Για μια στιγμή, ο Τόραμ τον κοίταξε κι ο Ραντ τού ανταπέδωσε ένα ήρεμο βλέμμα. Κατόπιν, ξεκίνησαν τον χορό.
Έτσι μόνο μπορούσε να περιγράψει η Μιν αυτό το γλίστρημα, αυτές τις ανάερες κινήσεις, με τις ξύλινες λάμες να τρεμοπαίζουν φευγαλέα και να στριφογυρίζουν. Είχε παρακολουθήσει κι άλλες φορές τον Ραντ να κάνει εξάσκηση απέναντι σε καλύτερούς του, συχνά απέναντι σε δύο, τρεις, ακόμα και τέσσερις ταυτόχρονα, αλλά εδώ τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ήταν πολύ εύκολο να ξεχάσεις πως, αν στη θέση του ξύλου υπήρχε ατσάλι, το αίμα θα έρεε ήδη. Βέβαια, καμία λεπίδα, είτε από ξύλο είτε από ατσάλι, δεν άγγιζε τη σάρκα. Χόρευαν, άλλοτε ορμώντας κι άλλοτε οπισθοχωρώντας, διαγράφοντας κύκλους ο ένας γύρω από τον άλλον, με τα ξίφη πότε να βολιδοσκοπούν το ένα το άλλο και πότε να χτυπιούνται μεταξύ τους. Ο Ραντ μια επιτιθόταν και μια αμυνόταν, κι η κάθε κίνηση τονιζόταν από εκείνους τους δυνατούς κρότους.
Η Κάραλαϊν άδραξε γερά το χέρι της Μιν, δίχως να πάρει το βλέμμα της από την αναμέτρηση. «Είναι κι αυτός δεινός ξιφομάχος», είπε κοντανασαίνοντας. «Έτσι θαρρώ. Κοίτα τον!»
Η Μιν κοιτούσε, έχοντας αγκαλιά τη ζώνη ξιφασκίας του Ραντ και τη θηκαρωμένη λάμα, λες και κρατούσε τον ίδιο. Ήταν όμορφος ο χορός τους κι, ό,τι κι αν σκεπτόταν ο Ραντ, ο Τόραμ ήδη ευχόταν να είχε στη διάθεσή του ένα ατσάλινο ξίφος. Η ψυχρή οργή έκαιγε στο πρόσωπό του και στρίμωχνε τον Ραντ όλο και περισσότερο. Ωστόσο, οι λεπίδες δεν άγγιζαν σάρκα, παρά μόνο η μία την άλλη, ο Ραντ όμως οπισθοχωρούσε ολοένα, με το ξίφος υψωμένο για να αμυνθεί, κι ο Τόραμ προχωρούσε μετωπικά, επιτιθέμενος, με τα μάτια του να λάμπουν από ψυχρή οργή.
Ένα ουρλιαχτό ακούστηκε απ' έξω, ένας ολοφυρμός απόλυτου τρόμου, και ξαφνικά η τεράστια σκηνή ανυψώθηκε στον αέρα και χάθηκε στην πυκνή γκριζάδα που έκρυβε τον ουρανό. Η ομίχλη κατέβηκε κατά κύματα από κάθε πλευρά, γεμάτη μακρινές κραυγές και μουγκρητά. Λεπτές μπούκλες αιωρήθηκαν πάνω από το γυμνό, αναποδογυρισμένο κοίλωμα που είχε αφήσει πίσω της η σκηνή κι όλοι κοιτούσαν εμβρόντητοι. Σχεδόν όλοι, δηλαδή.
Η λεπίδα του Τόραμ έπεσε με δύναμη στα πλευρά του Ραντ με έναν ήχο σαν να έσπαγαν κόκαλα, διπλώνοντάς τον στα δύο από τον πόνο. «Είσαι νεκρός, ξάδερφε», κάγχασε ο Τόραμ, ανασηκώνοντας το ξίφος του για να χτυπήσει ξανά... Όμως, μαρμάρωσε στη θέση του, καθώς έβλεπε πάνω από το κεφάλι του ένα κομμάτι της βαριάς γκρίζας θολούρας να γίνεται... συμπαγές. Θα μπορούσε να είναι ένα πλοκάμι από ομίχλη ή ένας στιβαρός βραχίονας με τρία δάχτυλα, αυτό που τυλίχτηκε σφιχτά γύρω από την εύσωμη Κόκκινη αδελφή, υψώνοντάς τη στον αέρα, πριν προλάβει κανείς να επέμβει.
Η Κάντσουεϊν ήταν η πρώτη που συνήλθε από το σοκ. Ανασήκωσε το χέρι της τραβώντας πίσω το επώμιο, στριφογύρισε τα δάχτυλά της και μια μπάλα φωτιάς φάνηκε να ξεπετιέται από κάθε παλάμη της και να προσκρούει στην ομίχλη. Κάτι εξερράγη πάνω από τα κεφάλια τους, σαν μια βίαιη σταγόνα που εξαφανίστηκε αμέσως, κι η Κόκκινη αδελφή εμφανίστηκε ξανά πέφτοντας μπρούμυτα και με γδούπο πάνω στα χαλιά, κοντά στο σημείο που ο Ραντ είχε γονατίσει κρατώντας το πλευρό του. Ή, τουλάχιστον, θα ήταν μπρούμυτα, αν το κεφάλι της δεν είχε γυρίσει προς τα πίσω, έτσι που τα νεκρά της μάτια κοίταζαν την ομίχλη.