Όποια ψήγματα ηρεμίας κι αν υπήρχαν ακόμα στη σκηνή, χάθηκαν στη στιγμή. Η Σκιά είχε αποκτήσει σάρκα και οστά. Άνθρωποι που ούρλιαζαν έτρεχαν πανικόβλητοι προς πάσα κατεύθυνση, σκουντουφλώντας πάνω σε τραπέζια, ενώ οι ευγενείς έσπρωχναν τους υπηρέτες κι οι υπηρέτες τούς ευγενείς. Η Μιν πάσχιζε να φτάσει στον Ραντ, προσπαθώντας με μπουνιές κι αγκωνιές να ανοίξει δρόμο και κρατώντας το ξίφος του ως ρόπαλο.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησε, σηκώνοντάς τον όρθιο. Εξεπλάγη που είδε την Κάραλαϊν από την άλλη μεριά να τον βοηθάει. Εξίσου έκπληκτη, όμως, φάνηκε κι εκείνη.
Πήρε το χέρι του κάτω από το πανωφόρι, ανακουφισμένη που τα δάχτυλά του δεν είχαν επάνω τους αίμα. Αυτή η τόσο ευαίσθητη μισογιατρεμένη πληγή δεν είχε ανοίξει. «Καλύτερα να φύγουμε», είπε ο Ραντ παίρνοντας στα χέρια του το ξίφος του. «Πρέπει να φύγουμε από δω». Το αναποδογυρισμένο κοίλωμα με τον καθαρό αέρα ήταν σαφώς μικρότερο. Όλοι σχεδόν είχαν φύγει. Έξω, στην ομίχλη, ακούγονταν κραυγές, οι περισσότερες από τις οποίες κόβονταν απότομα για να αντικατασταθούν από άλλες.
«Συμφωνώ κι εγώ, Τόμας», είπε ο Ντάρλιν. Με το ξίφος στο χέρι, στάθηκε με την πλάτη στην Κάραλαϊν, ανάμεσα σε εκείνη και την ομίχλη. «Το θέμα είναι, προς ποια κατεύθυνση και πόσο μακριά πρέπει να πάμε;»
«Αυτός το έκανε», είπε ο Τόραμ σαν να έφτυνε. «Ο αλ'Θόρ». Πέταξε κάτω το ξίφος της εξάσκησης, πήρε το παραπεταμένο του πανωφόρι και το φόρεσε ήρεμα. Αν μη τι άλλο, δεν ήταν δειλός. «Τζεράαλ;» φώναξε μέσα στην ομίχλη, δένοντας τη ζώνη του ξίφους του. «Τζεράαλ, που να σε κάψει το Φως, πού είσαι, άνθρωπέ μου; Τζεράαλ!» Ο Μόρντεθ -ο Φάιν δηλαδή- δεν απάντησε κι ο άλλος συνέχισε να φωνάζει.
Οι μόνοι άλλοι παρόντες ήταν η Κάντσουεϊν κι οι δύο συντρόφισσες της. Τα πρόσωπά τους ήταν ήρεμα, αλλά τα χέρια τους ψαχούλευαν νευρικά τα επώμιά τους. Η Κάντσουεϊν δε, έμοιαζε έτοιμη να πάει βόλτα. «Θα έλεγα προς τον Βορρά», είπε. «Η πλαγιά είναι κοντύτερα προς τα εκεί και, όσο περισσότερο σκαρφαλώσουμε, τόσο πιο πολύ θα απομακρυνθούμε από δω. Σταμάτα να τσιρίζεις, Τόραμ! Ή είναι νεκρός ο άνθρωπός σου ή δεν ακούει». Ο Τόραμ την αγριοκοίταξε, αλλά σταμάτησε να φωνάζει. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ήταν σαν να μην υπήρχε για την Κάντσουεϊν. «Βόρεια, λοιπόν. Εμείς οι τρεις θα επέμβουμε εκεί που δεν μπορεί να κάνει τίποτα το ατσάλι». Λέγοντας αυτά, κοιτούσε τον Ραντ κατάματα κι αυτός ένευσε αδιόρατα πριν ζωστεί το ξίφος του και τραβήξει τη λάμα του. Προσπαθώντας να μη μοιάζει με αποβλακωμένη, η Μιν αντάλλασσε ματιές με την Κάραλαϊν, τα μάτια της οποίας φάνταζαν μεγάλα σαν φλιτζάνια. Η Άες Σεντάι γνώριζε ποιος ήταν και δεν σκόπευε να το κάνει γνωστό πουθενά.
«Μακάρι να μην είχαμε αφήσει τους Προμάχους πίσω, στην πόλη», είπε η λεπτεπίλεπτη Κίτρινη αδελφή. Μικροσκοπικές ασημένιες καμπανούλες ήχησαν μελωδικά πάνω στα μαύρα της μαλλιά καθώς τίναξε το κεφάλι της. Είχε τον ίδιο αέρα εξουσίας με την Κάντσουεϊν, αρκετό για να σε κάνει να μην αντιλαμβάνεσαι με την πρώτη ματιά πόσο όμορφη ήταν. Ωστόσο, αυτό το τίναγμα του κεφαλιού είχε κάτι το... νευρικό. «Μακάρι να είχα μαζί μου τον Ρόσαν».
«Θα κάνουμε κύκλο, Κάντσουεϊν;» ρώτησε η Γκρίζα. Με το κεφάλι της να γυρίζει από δω κι από κει, προσπαθώντας να διακρίνει κάτι μέσα στην ομίχλη, και με αυτή την αιχμηρή μύτη και τα, όλο περιέργεια μάτια, έμοιαζε περισσότερο με στρουμπουλό σπουργίτι με λευκό κεφάλι. Όχι φοβισμένο σπουργίτι, αλλά σίγουρα έτοιμο να πετάξει μακριά. «Θα φτιάξουμε σύνδεσμο;»
«Όχι, Νιάντε», απάντησε η Κάντσουεϊν, αναστενάζοντας. «Αν προσέξεις κάτι, θα πρέπει να είσαι έτοιμη να το αντιμετωπίσεις χωρίς να περιμένεις να μου το υποδείξεις. Πάψε να ανησυχείς για τον Ρόσαν, Σαμίτσου. Έχουμε μαζί μας τρεις πολύ καλούς ξιφομάχους, οι δύο εκ των οποίων φέρουν το σημάδι του ερωδιού, όπως βλέπω. Μας κάνουν».
Ο Τόραμ έδειξε τα δόντια του, παρατηρώντας τον ερωδιό χαραγμένο στη λάμα που είχε ξεθηκαρώσει ο Ραντ. Το χαμόγελό του σίγουρα δεν έκρυβε φαιδρότητα. Κι η δική του λάμα είχε χαραγμένο έναν ερωδιό, εν αντιθέσει με του Ντάρλιν, ο οποίος κοίταξε εξεταστικά τον Ραντ και το ξίφος του κι ένευσε με σεβασμό, περισσότερο από αυτόν που είχε δείξει στον υποτιθέμενο Τόμας Τράκαντ κάποιου δευτερεύοντος κλάδου του Οίκου.
Η γκριζομάλλα Πράσινη είχε αναλάβει εμφανώς τα ηνία παρά τις επαναλαμβανόμενες διαμαρτυρίες του Ντάρλιν, που -όπως οι περισσότεροι Δακρυνοί- δεν είχε σε μεγάλη εκτίμηση τις Άες Σεντάι, και του Τόραμ, που αντιπαθούσε όποιον του έδινε διαταγές. Εξίσου δυσαρεστημένη ήταν κι η Κάραλαϊν, αλλά η Κάντσουεϊν αγνοούσε παντελώς τις βλοσυρές της ματιές καθώς και τα παράπονα των αντρών. Εν αντιθέσει με αυτούς, η Κάραλαϊν είχε καταλάβει πως η γκρίνια δεν θα απέφερε κανένα όφελος. Το περίεργο ήταν πως ο Ραντ στάθηκε πειθήνια στα δεξιά της Κάντσουεϊν, καθώς αυτή κανόνιζε τη διάταξη που θα είχαν. Εντάξει, η στάση του δεν ήταν ακριβώς πειθήνια, μια και την κοίταξε με έναν τρόπο που θα έκανε τη Μιν να τον χαστουκίσει, αν κοίταζε έτσι την ίδια. Η Κάντσουεϊν κούνησε απλώς το κεφάλι της και μουρμούρισε κάτι που τον έκανε να κοκκινίσει - αν και κράτησε το στόμα του κλειστό. Η Μιν σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή πως ο Ραντ θα έπρεπε να ανακοινώσει σε όλους ποιος ήταν. Ίσως να ήλπιζε πως ακόμα κι η ομίχλη θα χανόταν από τον φόβο του Αναγεννημένου Δράκοντα. Ο Ραντ τής χαμογέλασε, λες κι η ομίχλη με αυτόν τον καιρό δεν σήμαινε τίποτα, ακόμα και μια ομίχλη που αρπάζει ανθρώπους και σκηνές.