Κινήθηκαν μέσα στην πυκνή ομίχλη σε σχηματισμό εξάκτινου αστεριού, με την Κάντσουεϊν να ηγείται, μια Άες Σεντάι σε κάθε ένα από τα δύο άλλα σημεία κι έναν άντρα με ξίφος να καλύπτει τα άλλα τρία. Ο Τόραμ, φυσικά, διαμαρτυρήθηκε έντονα που τον έβαλε στην οπισθοφυλακή, μέχρι που η Κάντσουεϊν τού ανέφερε πως ο φρουρός της οπισθοφυλακής κατέχει ιδιαίτερη τιμή ή κάτι παρόμοιο. Αυτό τον ησύχασε προσωρινά. Αντιθέτως, η Μιν δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου για τη θέση που κατέλαβε μαζί με την Κάραλαϊν, στο κέντρο του άστρου. Κουβαλούσε ένα μαχαίρι σε κάθε χέρι κι αναρωτιόταν για τη χρησιμότητά τους. Σχεδόν ανακουφίστηκε όταν πρόσεξε το εγχειρίδιο στο χέρι της Κάραλαϊν να τρέμει. Τα δικά της χέρια, τουλάχιστον, ήταν σταθερά. Από την άλλη, σκέφτηκε μήπως ήταν πολύ φοβισμένη, ακόμα και για να τρέμει.
Το πούσι ήταν παγερό σαν χειμώνας. Η στροβιλιζόμενη γκριζάδα τούς περικύκλωνε, τόσο πυκνή που ήταν δύσκολο να διακρίνουν καθαρά ο ένας τον άλλον, μολονότι μπορούσαν να ακουστούν. Στριγκλιές έσκιζαν τη ζοφερή σκοτεινιά, άντρες και γυναίκες που ούρλιαζαν κι άλογα που χλιμίντριζαν. Η ομίχλη έμοιαζε να νεκρώνει κάθε ήχο, κάνοντάς τον να ακούγεται πνιχτός, κι έτσι, ευτυχώς, αυτά τα φοβερά ουρλιαχτά φάνταζαν μακρινά. Η ομίχλη μπροστά τους έμοιαζε να πυκνώνει ολοένα. Μπάλες φωτιάς εκτοξεύτηκαν ξαφνικά από τα χέρια της Κάντσουεϊν κατακαίοντας την παγερή γκριζάδα, κι η συμπαγής μάζα ανατινάχτηκε σε μια εκτυφλωτική έκρηξη φλογών. Τα ξεφωνητά που ακούγονταν από πίσω και το φως που άστραφτε σαν αστραπή πάνω στην ομίχλη υπεδείκνυαν πως κι οι άλλες δύο αδελφές ήταν απασχολημένες. Η Μιν δεν είχε την παραμικρή διάθεση να κοιτάξει πίσω. Όσα έβλεπε ήταν αρκετά.
Προχώρησαν, προσπερνώντας τσαλαπατημένες σκηνές, μισοκρυμμένες από την γκρίζα καταχνιά, και κορμιά ή μέλη από κορμιά, που ήταν αρκετά ευδιάκριτα. Ένα πόδι εδώ, ένα χέρι εκεί, ένας άντρας κομμένος στη μέση, το κεφάλι μιας γυναίκας που έμοιαζε να χαμογελάει, πεταμένο στη γωνία μιας αναποδογυρισμένης άμαξας. Ο δρόμος άρχισε να ανηφορίζει και να γίνεται πιο απότομος. Η Μιν πρόσεξε τον πρώτο ζωντανό άνθρωπο εκτός από τους ίδιους κι ευχήθηκε να μην τον είχε προσέξει. Ένας άντρας ντυμένος με ένα από εκείνα τα κόκκινα πανωφόρια τρίκλιζε προς το μέρος τους, κουνώντας αδύναμα το αριστερό του χέρι. Το άλλο χέρι είχε κοπεί και το υγρό λευκό κόκαλο φαινόταν στο σημείο όπου θα έπρεπε να υπάρχει το μισό του πρόσωπο. Κάτι που έμοιαζε με λέξεις ξεχύθηκε με έναν ρευστό ήχο μέσα από τα δόντια του. Ύστερα κατέρρευσε. Η Σαμίτσου γονάτισε για λίγο πλάι του, ακουμπώντας τα δάχτυλά της στο αιματοβαμμένο ερείπιο που κάποτε ήταν το μέτωπό του. Κατόπιν, σηκώθηκε, κούνησε το κεφάλι της και συνέχισαν την πορεία τους. Η ανηφοριά δεν είχε τέλος, τόσο που η Μιν άρχισε να αναρωτιέται αν ανέβαιναν λόφο ή βουνό.
Ακριβώς μπροστά στον Ντάρλιν, η καταχνιά πήρε ξαφνικά μορφή· ένα σχήμα στο ύψος ανθρώπου, γεμάτο πλοκάμια κι ανοιχτά στόματα με κοφτερά δόντια. Ο Υψηλός Άρχοντας μπορεί να μην ήταν δεινός ξιφομάχος, αλλά σίγουρα δεν ήταν αδρανής. Η λεπίδα του τρύπησε στη μέση τη συμπαγή μάζα, διέγραψε έναν κύκλο και την έσκισε από πάνω μέχρι κάτω. Τέσσερις τούφες ομίχλης, πυκνότερες από την καταχνιά που τους περιέβαλλε, έπεσαν στο έδαφος. «Αν μη τι άλλο», είπε, «τώρα ξέρουμε πως το ατσάλι μπορεί να κόψει αυτά τα... πλάσματα».
Τα παχουλά κομμάτια της ομίχλης άρχισαν να ξεχειλίζουν από παχύρρευστα υγρά και να ανασηκώνονται ξανά.
Η Κάντσουεϊν τέντωσε το χέρι της και σταγονίδια φωτιάς έπεσαν από τα ακροδάχτυλά της. Μια λαμπερή φλόγα καψάλισε τη συμπαγή ομίχλη και την εξαφάνισε. «Ίσως το ατσάλι να μπορεί να τα κόψει, αλλά φαίνεται πως δεν μπορεί να τους κάνει τίποτε άλλο», μουρμούρισε.
Μπροστά και στα δεξιά τους φάνηκε ξαφνικά μια γυναίκα μέσα από τη στροβιλιζόμενη καταχνιά, με τη μεταξωτή της φούστα κρατημένη ψηλά, καθώς μισοέτρεχε και μισοσκόνταφτε στην πλαγιά, κατευθυνόμενη προς το μέρος τους. «Δόξα στο Φως!» ούρλιαζε. «Δόξα στο Φως! Νόμιζα πως είχα απομείνει μονάχη!» Ακριβώς πίσω της, η ομίχλη συμπτύχθηκε σχηματίζοντας έναν εφιάλτη όλο γαμψώνυχα και δόντια, που ξεπρόβαλλε από πάνω της. Αν επρόκειτο για άντρα, η Μιν ήταν σίγουρη πως ο Ραντ δεν θα επενέβαινε.