Выбрать главу

Το χέρι του, όμως, σηκώθηκε πριν προλάβει η Κάντσουεϊν να κάνει κάποια κίνηση, και κάτι που έμοιαζε με λωρίδα υγρής λευκής φωτιάς, λαμπερότερη από τον ήλιο, εκτοξεύτηκε με κατεύθυνση το σημείο πάνω από το κεφάλι της γυναίκας. Το πλάσμα απλά εξαφανίστηκε. Για μια στιγμή, στο σημείο που βρισκόταν και σε όλο το μήκος που είχε χαράξει η καυτή λωρίδα, δεν υπήρχε παρά κενό. Έπειτα, όμως, η καταχνιά άρχισε πάλι να συμπυκνώνεται. Η γυναίκα μαρμάρωσε στη θέση της. Κατόπιν, με ένα ουρλιαχτό, σαν να της έσκιζαν τα πνευμόνια, στράφηκε κι άρχισε να κατηφορίζει πάλι τρεχάλα την πλαγιά, προσπαθώντας να αποφύγει κάτι χειρότερο κι από εφιάλτη που κρυβόταν μέσα στην ομίχλη.

«Εσύ!» γρύλισε ο Τόραμ, τόσο δυνατά που η Μιν στράφηκε να τον αντιμετωπίσει τραβώντας τα μαχαίρια της. Το ξίφος του ήταν στραμμένο προς το μέρος του Ραντ. «Ώστε εσύ είσαι! Δίκιο είχα! Δικιά σου δουλειά είναι όλα αυτά! Εμένα, όμως, δεν θα με παγιδεύσεις, αλ'Θόρ!» Ξαφνικά, το έβαλε στα πόδια, αρχίζοντας να ανηφορίζει τρεχάλα τον λόφο. «Δεν θα με παγιδεύσεις!»

«Γύρισε πίσω!» φώναξε ξοπίσω του ο Ντάρλιν. «Πρέπει να μείνουμε ενωμένοι! Πρέπει να...» Δεν συνέχισε την πρόταση του κι απέμεινε να κοιτάει τον Ραντ. «Είσαι αυτός. Που να με κάψει το Φως, είσαι αυτός!» Έκανε μια ημιτελή κίνηση, σαν να ήθελε να τοποθετηθεί ανάμεσα στον Ραντ και στην Κάραλαϊν αλλά, τουλάχιστον, δεν το έβαλε στα πόδια.

Ήρεμα, η Κάντσουεϊν βάδισε προς το μέρος του Ραντ διασχίζοντας την πλαγιά. Τον χαστούκισε τόσο δυνατά, ώστε το κεφάλι του κόντεψε να φύγει από τη θέση του. Η Μιν ένιωσε να της κόβεται η ανάσα από το σοκ. «Αυτό δεν θα το ξανακάνεις», είπε η Κάντσουεϊν. Δεν υπήρχε ούτε θυμός ούτε ζέση στη φωνή της, απλώς μια ατσάλινη σκληράδα. «Ακούς; Δεν θα ξαναπαίξεις ποτέ με τη μοιροφωτιά».

Παραδόξως, ο Ραντ περιορίστηκε στο να μαλάξει το μάγουλο του. «Έκανες λάθος, Κάντσουεϊν. Είναι αληθινός. Είμαι σίγουρος. Το ξέρω πως είναι». Το πιο περίεργο ήταν ότι ακουγόταν σαν να ήθελε να τον πιστέψει πάση θυσία.

Η Μιν τον κατανοούσε με όλη της την ψυχή. Ο Ραντ είχε αναφέρει πως άκουγε φωνές, και μάλλον το εννοούσε. Σήκωσε το δεξί της χέρι προς το μέρος του, ξεχνώντας προς στιγμήν ότι κρατούσε μαχαίρι, κι άνοιξε το στόμα της για να του πει κάτι παρηγορητικό, αν και δεν ήταν διόλου σίγουρη πως θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ξανά αυτά τα λόγια με τρόπο ακίνδυνο. Άνοιξε το στόμα της να μιλήσει - κι ο Πάνταν Φάιν φάνηκε να ξεπηδά από την καταχνιά, πίσω από τον Ραντ, με το ατσάλι να λάμπει στη γροθιά του.

«Πίσω σου!» ούρλιαξε η Μιν, δείχνοντας με το μαχαίρι στο τεντωμένο δεξί της χέρι, πετώντας το άλλο που κρατούσε στο αριστερό. Όλα έμοιαζαν να συμβαίνουν ταυτόχρονα κι οι εικόνες ήταν θαμπές στη χειμωνιάτικη ομίχλη.

Ο Ραντ έκανε να γυρίσει παίρνοντας μια στροφή, κάτι που έκανε κι ο Φάιν, με σκοπό να πέσει επάνω του. Εξαιτίας αυτής της στροφής, η Μιν έχασε τον στόχο της, αλλά το εγχειρίδιο του Φάιν γρατζούνισε την αριστερή πλευρά του Ραντ. Δεν φάνηκε ούτε καν να διαπερνά το πανωφόρι του, ωστόσο εκείνος ούρλιαξε. Ο ήχος της κραυγής του έκανε τη Μιν να νιώσει ένα σφίξιμο στην καρδιά. Κρατώντας τα πλευρά του, ο Ραντ έπεσε πάνω στην Κάντσουεϊν προσπαθώντας να στηριχθεί, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να πέσουν κι οι δύο κάτω.

«Φύγε από μπροστά μου!» φώναξε μία από τις υπόλοιπες αδελφές -η Σαμίτσου, σκέφτηκε η Μιν- και ξαφνικά τα πόδια της λύγισαν. Έπεσε βαριά, γογγύζοντας καθώς προσγειώθηκε στην πλαγιά μαζί με την Κάραλαϊν, η οποία αναφώνησε με κομμένη την ανάσα: «Αίμα και φωτιά!»

Όλα συνέβαιναν ταυτόχρονα.

«Προχωρήστε!» φώναξε ξανά η Σαμίτσου, καθώς ο Ντάρλιν χίμηξε πάνω στον Φάιν με το ξίφος του. Ο κοκαλιάρης άντρας κινήθηκε με υπερβολική ταχύτητα, πέφτοντας κάτω και κυλώντας πέρα από το βεληνεκές του Ντάρλιν. Παραδόξως, μόλις στάθηκε στα πόδια του, άρχισε να γελάει ασταμάτητα και βάλθηκε να τρέχει. Η ζοφερή σκοτεινιά τον κατάπιε σχεδόν αμέσως.

Η Μιν σηκώθηκε από κάτω σχεδόν τρέμοντας.

Η Κάραλαϊν αποδείχτηκε πολύ πιο ακμαία. «Για να σου πω, Άες Σεντάι», είπε με ψυχρή φωνή, σκουπίζοντας με γοργές κινήσεις τη φούστα της. «Κανείς δεν μου έχει φερθεί ποτέ έτσι. Είμαι η Κάραλαϊν Ντέημοντρεντ, Υψηλή Έδρα του Οίκου....»

Η Μιν έπαψε να ακούει. Η Κάντσουεϊν καθόταν στην πλαγιά, από πάνω τους, κρατώντας στα γόνατά της το κεφάλι του Ραντ, ο οποίος δεν είχε παρά μονάχα μια αμυχή. Το στιλέτο του Φάιν δεν θα μπορούσε να αγγίξει... Αφήνοντας μια κραυγή, η Μιν ξεχύθηκε μπροστά. Είτε ήταν Άες Σεντάι είτε όχι, έκανε πέρα την άλλη γυναίκα και πήρε το κεφάλι του Ραντ στην αγκαλιά της. Τα μάτια του ήταν κλειστά, η ανάσα του έβγαινε κοφτή και το πρόσωπό του έκαιγε.