«Βοήθησέ τον!» ούρλιαξε προς το μέρος της Κάντσουεϊν, κι η φωνή της έμοιαζε με ηχώ των μακρινών κραυγών που ακούγονταν μέσα από την ομίχλη. «Βοήθησε τον!» Ένα κομμάτι του εαυτού της σκεφτόταν πως η έκκλησή της δεν είχε ιδιαίτερο νόημα από τη στιγμή που την έσπρωξε μακριά, αλλά το πρόσωπο του Ραντ έμοιαζε να κατακαίει τα χέρια της, να κατακαίει την ίδια τη λογική.
«Σαμίτσου, γρήγορα», είπε η Κάντσουεϊν καθώς σηκωνόταν όρθια και τακτοποιούσε το επώμιό της. «Είναι πέραν του Ταλέντου μου στη Θεραπεία». Ακούμπησε το χέρι της στο κεφάλι της Μιν. «Άκου, κορίτσι μου, δεν θα άφηνα σε καμιά περίπτωση το αγόρι να πεθάνει πριν του μάθω τρόπους. Πάψε να κλαις».
Ήταν πολύ παράξενο. Η Μιν ήταν απολύτως σίγουρη πως η γυναίκα δεν της είχε κάνει τίποτα χρησιμοποιώντας τη Δύναμη, κι ωστόσο πίστευε. Να του μάθει τρόπους. Αυτό θα ήταν αρκετά δύσκολο. Τραβώντας τα χέρια της γύρω από το κεφάλι του με κάποια απροθυμία, η Μιν έκανε πίσω γονατιστή. Πολύ παράξενο. Δεν είχε καν αντιληφθεί πως έκλαιγε, όμως η διαβεβαίωση της Κάντσουεϊν ήταν αρκετή για να σταματήσουν τα δάκρυά της. Ρουθουνίζοντας, σκούπισε τα μάγουλά της με την άκρη του χεριού της, ενόσω η Σαμίτσου γονάτιζε δίπλα του τοποθετώντας τα ακροδάχτυλά της στο μέτωπό του. Η Μιν αναρωτήθηκε για ποιον λόγο δεν κρατούσε το κεφάλι του στα δυο της χέρια, όπως έκανε η Μουαραίν.
Ξαφνικά, ένας σπασμός διέτρεξε το κορμί του Ραντ, ο οποίος άρχισε να αναπνέει με δυσκολία και να τινάζεται τόσο άγρια, ώστε το προτεταμένο του μπράτσο χτύπησε την Κίτρινη αδελφή και την πέταξε πίσω. Μόλις τα δάχτυλά της τον άφησαν, ο Ραντ ησύχασε κι η Μιν σύρθηκε κοντά του. Ανάσαινε με μεγαλύτερη ευκολία τώρα, αλλά τα μάτια του παρέμεναν κλειστά. Τον άγγιξε στο μάγουλο. Εξακολουθούσε να είναι ζεστό, αν και λιγότερο από πριν. Επιπλέον, είχε χλωμιάσει.
«Κάτι πήγε στραβά», είπε οξύθυμα η Σαμίτσου καθώς σηκωνόταν όρθια. Τραβώντας παράμερα το πανωφόρι του Ραντ, άρπαξε το σκισμένο κομμάτι στη ματωμένη πουκαμίσα του κι έκανε ένα πλατύ άνοιγμα στο λινό ύφασμα.
Το κόψιμο από το στιλέτο του Φάιν, όχι μεγαλύτερο από το χέρι της κι ελάχιστα βαθύ, διέτρεχε το παλιό στρογγυλό σημάδι. Ακόμα και στο ημίφως, η Μιν μπορούσε να δει τις άκρες της πληγής, που ήταν πρησμένες κι ερεθισμένες, λες και το τραύμα είχε μείνει αφρόντιστο επί μέρες. Δεν αιμορραγούσε πια, αλλά κανονικά θα έπρεπε να έχει επουλωθεί. Αυτό ακριβώς έκανε η Θεραπεία. Οι πληγές επουλώνονταν μπροστά στα μάτια σου.
«Αυτό εδώ», είπε η Σαμίτσου, σαν να έκανε διάλεξη, αγγίζοντας ελαφρά το σημάδι, «μοιάζει με κύστη αλλά με μια κύστη γεμάτη κακό αντί για πύον. Κι αυτό...», έδειξε με το δάχτυλό της το κάτω μέρος του ανοίγματος, «...φαίνεται να είναι γεμάτο από ένα κακό διαφορετικού είδους». Ξαφνικά, συνοφρυώθηκε βλέποντας την Πράσινη αδελφή να στέκεται από πάνω της, κι η φωνή της πήρε έναν μελαγχολικό κι αμυντικό τόνο. «Αν ήξερα τις λέξεις, Κάντσουεϊν, θα τις χρησιμοποιούσα. Ποτέ μου δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ποτέ. Θα σου πω, όμως, το εξής: Νομίζω πως, αν καθυστερούσα λιγάκι κι αν εσύ δεν είχες προσπαθήσει πρώτη, ο Ραντ θα ήταν τώρα νεκρός. Όπως έχουν τα πράγματα τώρα...» Η Κίτρινη αδελφή ξεφύσησε και το πρόσωπό της βούλιαξε. «...πιστεύω πως θα πεθάνει».
Η Μιν κούνησε αρνητικά το κεφάλι της πασχίζοντας να πει όχι, αλλά ήταν αδύνατον να κουνήσει τη γλώσσα της. Άκουσε την Κάραλαϊν να μουρμουρίζει μια προσευχή, έχοντας αρπάξει και με τα δυο της χέρια το μανίκι του Ντάρλιν, ο οποίος κοιτούσε τον Ραντ βλοσυρά, λες και πάλευε να βγάλει άκρη από αυτό που έβλεπε.
Η Κάντσουεϊν έσκυψε κι άγγιξε απαλά τον ώμο της Σαμίτσου. «Είσαι η καλύτερη εν ζωή, ίσως η καλύτερη που υπήρξε ποτέ», είπε σιγανά. «Καμιά δεν συγκρίνεται μαζί σου στη Θεραπεία». Νεύοντας, η Σαμίτσου σηκώθηκε όρθια, αλλά, προτού καλά-καλά σηκωθεί, η γαλήνια έκφραση των Άες Σεντάι φάνηκε ξανά στο πρόσωπό της, εν αντιθέσει με την Κάντσουεϊν, η οποία κοιτούσε μουτρωμένη τον Ραντ, με τις γροθιές ακουμπισμένες στους γοφούς της. «Πφφ! Δεν θα σου επιτρέψω να πεθάνεις στα χέρια μου, μικρέ», γρύλισε, λες κι έφταιγε ο ίδιος ο Ραντ για την κατάσταση του. Αυτήν τη φορά, αντί να αγγίξει την κορυφή του κεφαλιού της Μιν, τη χτύπησε ελαφρά με τις αρθρώσεις των δαχτύλων της. «Σήκω πάνω, κορίτσι μου. Δεν σου αρμόζει η θηλυπρέπεια -κι ο πιο ανόητος μπορεί να το καταλάβει αυτό- γι' αυτό πάψε να προσποιείσαι. Εσύ, Ντάρλιν, κουβάλησέ τον. Οι επίδεσμοι αργότερα. Αυτή η ομίχλη δεν φαίνεται να φεύγει, γι' αυτό ας φύγουμε εμείς».