Ο Ντάρλιν δίστασε. Ίσως ήταν το αυταρχικό συνοφρύωμα της Κάντσουεϊν, ίσως το χέρι που μισοσήκωσε στο πρόσωπό του η Κάραλαϊν, αλλά ξαφνικά ο άντρας θηκάρωσε το ξίφος του, μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του κι ανασήκωσε τον Ραντ στους ώμους του, αφήνοντας τα χέρια και τα πόδια του να αιωρούνται.
Η Μιν πήρε τη λεπίδα με τον χαραγμένο ερωδιό και την τοποθέτησε προσεκτικά στο θηκάρι που κρεμόταν από τη μέση του Ραντ. «Θα τη χρειαστεί», είπε στον Ντάρλιν κι αυτός, αφού το συλλογίστηκε μια στιγμή, ένευσε καταφατικά. Ευτυχώς για τον ίδιο· η Μιν είχε επενδύσει όλη της την εμπιστοσύνη στην Πράσινη αδελφή και δεν σκόπευε να αφήσει οποιονδήποτε άλλον να σκεφτεί διαφορετικά.
«Πρόσεχε τώρα, Ντάρλιν», είπε η Κάραλαϊν με αυτή τη λαρυγγώδη φωνή της, κι ενώ η Κάντσουεϊν είχε δώσει το πρόσταγμα να προχωρήσουν. «Φρόντισε να είσαι ακριβώς πίσω μου, κι εγώ θα σε προστατεύσω».
Ο Ντάρλιν γέλασε μέχρι που δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, και συνέχισε να χαχανίζει όταν άρχισαν να σκαρφαλώνουν μέσα από την παγερή καταχνιά και τα μακρινά ουρλιαχτά, με τον ίδιο να κουβαλάει τον Ραντ στο κέντρο ενός κύκλου που σχημάτιζαν γύρω του οι γυναίκες.
Η Μιν ήξερε ότι δεν ήταν παρά ένας απλός θεατής, όπως κι η Κάραλαϊν που βάδιζε από την άλλη μεριά της Κάντσουεϊν, κι ότι το μαχαίρι που έκρυβε κάτω από τα ρούχα της ήταν πιθανότατα άχρηστο ενάντια στις μορφές που κρύβονταν μέσα στην ομίχλη, ίσως όμως ο Πάνταν Φάιν ήταν ακόμα ζωντανός και καραδοκούσε. Ήταν σίγουρη πως αυτήν τη φορά δεν θα αστοχούσε. Η Κάραλαϊν είχε επίσης επάνω της ένα εγχειρίδιο κι, από τις ματιές που έριχνε πάνω από τον ώμο της προς τη μεριά του Ντάρλιν, ο οποίος τρίκλιζε κάτω από το βάρος του Ραντ, ίσως σκόπευε να υπερασπισθεί και τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Ίσως πάλι όχι. Μια γυναίκα θα μπορούσε να συγχωρήσει τα πάντα, αλλά όχι την ειρωνεία.
Διάφορες μορφές εξακολουθούσαν να σχηματίζονται στην καταχνιά και να πεθαίνουν από τη φωτιά, ενώ κάποια στιγμή κάτι πελώριο έσκισε στα δύο ένα τρομοκρατημένο άλογο στα δεξιά τους, πριν προλάβουν να επέμβουν οι Άες Σεντάι και να το σκοτώσουν. Η Μιν κόντευε να αρρωστήσει με όλα αυτά, χωρίς να νιώθει την παραμικρή ντροπή. Άνθρωποι πέθαιναν, αλλά τουλάχιστον ήταν δικιά τους επιλογή να έρθουν εδώ. Ο πιο τιποτένιος στρατιώτης, αν ήθελε, θα μπορούσε να το είχε βάλει στα πόδια από χτες κιόλας, κάτι που δεν θα έκανε ποτέ αυτό το άλογο. Οι μορφές σχηματίζονταν και πέθαιναν, όπως κι οι άνθρωποι, που δεν έπαψαν στιγμή να ουρλιάζουν από μακριά, κι η ομάδα εξακολουθούσε να προσπερνάει καταξεσκισμένες νεκρές σάρκες που πριν από μια ώρα ήταν ένας άνθρωπος. Η Μιν άρχισε να αναρωτιέται αν θα ξανάβλεπαν το ηλιόφως.
Εντελώς απρόσμενα και χωρίς την παραμικρή προειδοποίηση, το φως τη χτύπησε ξαφνικά. Τη μια στιγμή ήταν κυκλωμένη από την γκρίζα ομίχλη και την επόμενη ο ήλιος έλαμπε χρυσαφένιος πάνω από τα κεφάλια τους, με φόντο τον γαλάζιο ουρανό. Ήταν τόσο έντονος που χρειάστηκε να καλύψει τα μάτια της. Κι εκεί, πέντε μίλια πέρα από τους άδεντρους λόφους, η Καιρχίν υψωνόταν συμπαγής κι εντυπωσιακή. Κατά κάποιον τρόπο, δεν φαινόταν πια εντελώς αληθινή.
Ατενίζοντας πίσω το σύνορο της ομίχλης, ρίγησε. Ήταν κάτι σαν απότομη τομή, ένα υψωμένο τείχος που απλωνόταν ανάμεσα στα δέντρα της κορυφής του λόφου και προχωρούσε ευθεία μέχρι μακριά, χωρίς να στροβιλίζεται ούτε να λεπταίνει. Από τη δική τους μεριά υπήρχε ο καθαρός αέρας κι από την άλλη μια πηχτή γκριζάδα. Ένα δέντρο που βρισκόταν ακριβώς μπροστά της άρχισε να γίνεται πιο ορατό, κι η Μιν συνειδητοποίησε πως η καταχνιά είχε αρχίσει να υποχωρεί, καψαλισμένη λες από τις ακτίνες του ήλιου. Ωστόσο, η υποχώρηση της ήταν πολύ αργή για να μοιάζει φυσική. Εξίσου εντυπωσιασμένοι την παρακολουθούσαν κι οι υπόλοιποι, ακόμα κι οι Άες Σεντάι.
Είκοσι βήματα αριστερά τους, εμφανίστηκε ένας άντρας που πάσχιζε να βγει στον καθαρό αέρα, πεσμένος στα τέσσερα. Το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ήταν ξυρισμένο και, κρίνοντας από τον συντετριμμένο μαύρο θώρακα που φορούσε, θα πρέπει να ήταν συνηθισμένος στρατιώτης. Το βλέμμα του είχε κάτι το άγριο και δεν φάνηκε να τους βλέπει. Συνέχισε να κατηφορίζει τον λόφο, προχωρώντας στα τέσσερα. Στα δεξιά τους και λίγο πιο κάτω, πρόσεξαν δύο άντρες και μια γυναίκα που έτρεχαν. Το μπροστινό μέρος του φορέματος της γυναίκας είχε χρωματιστές ρίγες, αλλά ήταν δύσκολο να διακρίνουν πόσες, μια κι είχε ανασηκώσει τη φούστα της όσο ψηλότερα μπορούσε για να τρέχει γρηγορότερα. Οι δρασκελιές της δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα από εκείνες των αντρών. Χωρίς να κοιτάξει κανείς τους δεξιά ή αριστερά, όρμησαν στην κατηφορική πλαγιά, πέφτοντας και κουτρουβαλώντας, για να σηκωθούν ξανά και να αρχίσουν πάλι την τρεχάλα.