Η Κάραλαϊν κοίταξε εξεταστικά για λίγο τη λεπτή λεπίδα του εγχειριδίου της κι έπειτα το έχωσε ξανά στο θηκάρι. «Κι έτσι, χάθηκε ο στρατός μου», είπε αναστενάζοντας.
Ο Ντάρλιν, με τον Ραντ ακόμα αναίσθητο πάνω στον ώμο του, την κοίταξε. «Αν θελήσεις, υπάρχει στρατός στο Δάκρυ».
Η Κάραλαϊν έριξε μια ματιά στον Ραντ που κρεμόταν σαν σακί. «Μπορεί», είπε, κι ο Ντάρλιν στράφηκε να κοιτάξει βλοσυρός κι ανήσυχος το πρόσωπο του Ραντ.
Η Κάντσουεϊν, ωστόσο, ήταν πιο πρακτική. «Ο δρόμος είναι από κει», είπε, δείχνοντας προς τα δυτικά. «Θα πάμε πιο γρήγορα, παρά αν χρειαστεί να διασχίσουμε όλη τη χώρα. Μια βολτούλα θα κάνουμε».
Η Μιν δεν θα το έλεγε ακριβώς «βολτούλα». Ο αέρας έμοιαζε δυο φορές πιο καυτός έπειτα από την παγωνιά της ομίχλης. Ο ιδρώτας κυλούσε στην πλάτη της κι έμοιαζε να απορροφά όλη της τη ενέργεια. Τα πόδια της τρίκλιζαν. Σκόνταψε στις εκτεθειμένες ρίζες κάποιου δέντρου κι έφαγε τα μούτρα της. Λίγο μετά, παραπάτησε πάνω σε κάτι πέτρες, μπέρδεψε τον βηματισμό της κι έπεσε ξανά. Κάποια στιγμή, αισθάνθηκε τα πόδια της να μην την κρατούν, γλίστρησε κάπου σαράντα βήματα στην πλαγιά, πέφτοντας σε καθιστή στάση και με τα χέρια της να τινάζονται πέρα δώθε, μέχρι που κατόρθωσε να πιαστεί από ένα δενδρύλλιο που εξείχε. Η Κάραλαϊν δεν τα κατάφερε καλύτερα, ίσως μάλιστα έπεσε και πιο πολλές φορές. Τα ρούχα που φορούσαν δεν ήταν κατάλληλα για τέτοιου είδους ταξίδι και, πριν περάσει πολλή ώρα —κι αφού έφαγε μια τούμπα και βρέθηκε με τη φούστα περασμένη πάνω από το κεφάλι της- ζήτησε, από τη Μιν το όνομα της ράφτρας που είχε φτιάξει το ρούχο και το παντελόνι της. Ο Ντάρλιν δεν έπεσε ούτε μια φορά. Βέβαια, όλο και κάπου σκόνταφτε, χτυπούσε και γλιστρούσε, όπως οι υπόλοιποι, αλλά όποτε έκανε να πέσει, κάτι τον άρπαζε και τον στερέωνε στα πόδια του. Αρχικά, αγριοκοίταζε τις Άες Σεντάι, ως περήφανος Υψηλός Άρχοντας του Δακρύου που δεν είχε ανάγκη τη βοήθειά τους για να κουβαλήσει τον Ραντ, αλλά η Κάντσουεϊν κι οι άλλες έκαναν ότι δεν πρόσεχαν. Ποτέ δεν έπεφταν. Περπατούσαν με απλό βηματισμό, συζητώντας ήσυχα αναμεταξύ τους και συγκρατώντας τον Ντάρλιν πριν προλάβει να πέσει. Όταν τελικά έφτασαν στον δρόμο, ο άντρας έμοιαζε ταυτόχρονα ευγνώμων και κυνηγημένος.
Η Κάντσουεϊν, που στεκόταν καταμεσής του φαρδιού δρόμου από πατημένο χώμα, σε ένα σημείο που ήταν ορατό το ποτάμι, σήκωσε το χέρι της για να σταματήσει το πρώτο μεταφορικό όχημα που φάνηκε, μια ξεχαρβαλωμένη καρότσα που την έσερναν δύο ψειριάρικα μουλάρια και την οδηγούσε ένας κοκαλιάρης αγρότης με μπαλωμένο πανωφόρι, ο οποίος τραβούσε τα γκέμια με ζωηράδα. Τι να νόμιζε, άραγε, γι’ αυτούς ο ξεδοντιάρης τύπος; Τρεις αγέραστες Άες Σεντάι με τα επώμιά τους, που κάλλιστα θα μπορούσαν να έχουν ξεπεζέψει από μια άμαξα λίγο πριν. Μια κάθιδρη Καιρχινή, υψηλόβαθμη, κρίνοντας από τις ραβδώσεις στα ρούχα της, ή ίσως ζητιάνα που ντύθηκε με τα κουρέλια που βρήκε στο ντουλάπι μιας ευγενούς, κρίνοντας από την κατάσταση του φορέματος. Ένας Δακρυνός, προφανώς ευγενής, με τον ιδρώτα να στάζει από τη μύτη και το μυτερό του γένι, που κουβαλούσε έναν άλλον άντρα στους ώμους του σαν σακί με δημητριακά. Κι η ίδια, με τα δύο γόνατα γυμνά κι ένα σκίσιμο στον καβάλο που, δόξα στο Φως, καλυπτόταν από το πανωφόρι, ενώ το ένα μανίκι κρεμόταν από λίγες κλωστές. Απέφευγε να σκέφτεται πόση βρωμιά και σκόνη κουβαλούσε επάνω της.
Χωρίς να περιμένει κάποιον άλλο, τράβηξε ένα μαχαίρι από το μανίκι της —κόβοντας τις περισσότερες από εκείνες τις κλωστές- κραδαίνοντάς το με τον τρόπο που της είχε διδάξει ο Θομ Μέριλιν, έχοντας δηλαδή τη λαβή πλεγμένη ανάμεσα στα δάχτυλά της, ώστε η λάμα να αντανακλά τον ήλιο. «Χρειαζόμαστε κάποιον να μας μεταφέρει στο Παλάτι του Ήλιου», ανακοίνωσε με τρόπο που κι ο ίδιος ο Ραντ δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα. Κάποιες φορές η αυταρχικότητα αποσοβεί τις διαφωνίες.
«Κορίτσι μου», είπε η Κάντσουεϊν σαν να την κατσάδιαζε, «είμαι σίγουρη πως η Κιρούνα κι οι φίλες της θα έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν, αλλά δεν υπάρχει καμία Κίτρινη αδελφή ανάμεσά τους. Η Σαμίτσου κι η Κόρελε είναι από τις πιο αξιόλογες. Η Αρχόντισσα Άριλυν, σε μια πολύ ευγενική χειρονομία, μας πρόσφερε το παλάτι της στην πόλη, κι έτσι μπορούμε να τον πάμε...»
«Όχι». Η Μιν δεν είχε ιδέα πού βρήκε το κουράγιο να ξεστομίσει αυτήν τη λέξη σε αυτήν τη γυναίκα. Βέβαια... μιλούσαν για τον Ραντ. «Αν συνέλθει...» Σταμάτησε και ξεροκατάπιε. Φυσικά και θα συνέλθει. «Αν συνέλθει και βρεθεί σε ένα περίεργο μέρος, κυκλωμένος από άγνωστες Άες Σεντάι, δεν μπορώ να διανοηθώ τι μπορεί να κάνει. Μάλλον δεν θέλετε να μάθετε». Για μια ατελείωτη στιγμή, το βλέμμα της έμεινε καρφωμένο πάνω στο παγερό δικό της, κι έπειτα η Άες Σεντάι ένευσε καταφατικά.