«Στο Παλάτι του Ήλιου», είπε η Κάντσουεϊν στον αγρότη. «Και γρήγορα, όσο τουλάχιστον μπορούν να πάνε αυτά τα ψωραλέα ζώα».
Φυσικά, δεν ήταν και τόσο απλό, ακόμα και για μια Άες Σεντάι. Ο Άντερ Τολ είχε ένα φορτίο άγρια γογγύλια, τα οποία σκόπευε να πουλήσει στην πόλη, και δεν είχε καμιά διάθεση να πλησιάσει το Παλάτι του Ήλιου, όπου σύμφωνα με όσα τού είχαν πει, ο Αναγεννημένος Δράκοντας έτρωγε ανθρώπους, αφού πρώτα τους σούβλιζαν κάτι Αελίτισσες δέκα πόδια ψηλές. Ακόμα κι αν τον απειλούσαν οι Άες Σεντάι, δεν επρόκειτο να πλησιάσει ούτε σε απόσταση ενός μιλίου από το παλάτι. Από την άλλη όμως, η Κάντσουεϊν τού πέταξε ένα πουγκί που τον έκανε να γουρλώσει τα μάτια του μόλις έριξε μια ματιά στο εσωτερικό του, και του είπε πως μόλις είχε αγοράσει τα γογγύλια του κι είχε μισθώσει αυτόν και την καρότσα του. Αν δεν του άρεσε η προσφορά, θα έπρεπε να επιστρέψει το πουγκί. Όση ώρα έλεγε αυτά, είχε τα χέρια της τοποθετημένα στους γοφούς της, ενώ η έκφραση του προσώπου της του έδινε να καταλάβει πως καλό θα ήταν να μην τολμήσει να το δώσει πίσω. Όπως αποδείχτηκε, ο Άντερ Τολ ήταν λογικός άνθρωπος. Η Σαμίτσου κι η Νιάντε άρχισαν να ξεφορτώνουν την άμαξα, και τα γογγύλια αιωρήθηκαν στον αέρα, φτιάχνοντας μια βρώμικη στοίβα στην άκρη του δρόμου. Η παγερή τους έκφραση μαρτυρούσε πως δεν περίμεναν να χρησιμοποιήσουν κατ' αυτόν τον τρόπο τη Μία Δύναμη. Αντίθετα, η έκφραση του Ντάρλιν, ο οποίος στεκόταν παράμερα έχοντας ακόμα στους ώμους του τον Ραντ, μαρτυρούσε πως ένιωθε ανακούφιση που δεν είχαν αναθέσει σε εκείνον τη δουλειά. Ο Άντερ Τολ καθόταν στο κάθισμα της άμαξας με το στόμα διάπλατα ανοικτό, ψηλαφίζοντας το πουγκί σαν να αναρωτιόταν αν πράγματι η αμοιβή του ήταν αρκετή τελικά.
Μόλις τακτοποιήθηκαν στην καρότσα, φτιάχνοντας για τον Ραντ ένα πρόχειρο κρεβάτι από το άχυρο που υπήρχε κάτω από τα γογγύλια, η Κάντσουεϊν κάθισε ακριβώς απέναντί του. Ο Αφέντης Τολ τίναζε τα γκέμια, αναγκάζοντας τα μουλάρια να τρέχουν με απρόσμενα μεγάλη ταχύτητα. Η άμαξα τιναζόταν κι αναπηδούσε τρομακτικά, κι οι τροχοί της όχι μόνο σείονταν, μα κόντευαν να φύγουν κι από τη θέση τους. Η Μιν ευχήθηκε να είχε κρατήσει λίγο από αυτό το άχυρο για τον εαυτό της, αλλά διασκέδαζε πολύ παρατηρώντας τη Σαμίτσου και τη Νιάντε να σφίγγονται καθώς αναπηδούσαν πάνω κάτω. Η Κάραλαϊν τους χαμογελούσε διάπλατα. Η Υψηλή Έδρα του Οίκου των Ντέημοντρεντ δεν έμπαινε στον κόπο να κρύψει την ευχαρίστησή της, επειδή επιτέλους υπήρχε κάτι που έκανε άβολο το ταξίδι των Άες Σεντάι. Η αλήθεια, βέβαια, ήταν πως η ίδια, καθότι ελαφρύτερη, αναπηδούσε ψηλότερα και προσγειωνόταν πιο ανώμαλα απ' ό,τι εκείνες. Ο Ντάρλιν κρατιόταν από τα πλευρά της άμαξας και δεν έμοιαζε να επηρεάζεται, όσο δυνατά κι αν κουνιόταν. Η ματιά του ήταν βλοσυρή και δεν έπαψε στιγμή να κοιτάει μια την Κάραλαϊν και μια τον Ραντ.
Ούτε η Κάντσουεϊν έμοιαζε να νοιάζεται που τα τινάγματα έκαναν τα δόντια της να τρίζουν. «Θα επιθυμούσα να φτάσω πριν πέσει η νύχτα, Αφέντη Τολ», είπε, και το μαστίγωμα των ζωντανών έγινε εντονότερο, αλλά η ταχύτητα αυξήθηκε ελάχιστα. «Λοιπόν, για πες μου τώρα», είπε στρεφόμενη προς τη Μιν. «Τι ακριβώς έγινε την τελευταία φορά που ξύπνησε αυτό το αγόρι και βρέθηκε κυκλωμένο από άγνωστες Άες Σεντάι;» Η ματιά της κλείδωσε για αρκετή ώρα πάνω σε αυτήν της Μιν.
Ο Ραντ επιθυμούσε να κρατηθεί μυστικό αυτό, όσο ήταν δυνατόν τουλάχιστον. Όμως πέθαινε, κι η Μιν δεν έβλεπε άλλη σωτηρία παρά αυτές εδώ τις τρεις γυναίκες. Ίσως η γνώση να μη βοηθούσε, αλλά να τις έκανε να κατανοήσουν κάτι σχετικά με το άτομό του. «Τον έβαλαν σε ένα κουτί», άρχισε να λέει.
Δεν ήταν σίγουρη πώς συνέχισε την αφήγησή της -εκτός του ότι έπρεπε να το κάνει- ή πώς συγκρατήθηκε, για να μην ξεσπάσει σε δάκρυα -εκτός του ότι ήταν αποφασισμένη να μην καταρρεύσει ξανά όταν τη χρειαζόταν ο Ραντ— αλλά, είτε έτσι είτε αλλιώς, τους ανέφερε τον εγκλεισμό του και το ξύλο που είχε φάει χωρίς ίχνος τρέμουλου στη φωνή της, μέχρι το σημείο που η Κιρούνα κι οι υπόλοιπες ορκίστηκαν πίστη γονυπετείς. Ο Ντάρλιν κι η Κάραλαϊν την άκουγαν εμβρόντητοι, ενώ η Σαμίτσου κι η Νιάντε έμοιαζαν τρομαγμένες, αν κι όχι για τον λόγο που αρχικά υπέθεσε η Μιν, όπως αποδείχτηκε.
«Σιγάνεψε... τρεις αδελφές;» ρώτησε τσιρίζοντας σχεδόν η Σαμίτσου. Ξαφνικά, έβαλε την παλάμη στο στόμα της κι έγειρε από τη μια πλευρά της λικνιζόμενης άμαξας για να ξεράσει. Η Νιάντε τη μιμήθηκε σχεδόν αμέσως κι οι δυο τους έμειναν εκεί σαν κρεμασμένες, αδειάζοντας τα στομάχια τους.
Η Κάντσουεϊν άγγιζε το ωχρό πρόσωπο του Ραντ, απομακρύνοντας τις τούφες του μαλλιού από το μέτωπό του. «Μη φοβάσαι, αγόρι μου», του είπε μαλακά. «Έκαναν το έργο μου δυσκολότερο, όπως και το δικό σου, αλλά δεν θα σε βλάψω περισσότερο απ' όσο είναι απαραίτητο». Η Μιν αισθάνθηκε τα σπλάχνα της να παγώνουν.