Выбрать главу

Οι φρουροί στις πύλες της πόλης άρχισαν να φωνάζουν προς την επερχόμενη άμαξα, αλλά η Κάντσουεϊν είπε στον Αφέντη Τολ να μην επιβραδύνει κι αυτός άρχισε να μαστιγώνει τα μουλάρια του όλο και πιο δυνατά. Ο κόσμος στους δρόμους έκανε στην άκρη για να μην ποδοπατηθεί, κι απ' όπου περνούσε η άμαξα ακούγονταν βρισιές και κατάρες, ενώ αναποδογυρισμένα ατομικά φορεία και καρότσες έπεφταν πάνω στα παραπήγματα των μικροπωλητών. Πέρασαν μέσα από τους δρόμους κι ανέβηκαν την πλατιά ράμπα που οδηγούσε στο Παλάτι του Ήλιου, όπου οι φρουροί με τις φορεσιές που έφεραν τα χρώματα του Άρχοντα Ντομπραίν ξεχύθηκαν έξω, λες κι ετοιμάζονταν για μάχη ενάντια σε εχθρικές ορδές. Κι ενώ ο Αφέντης Τολ φώναζε με όλη του τη δύναμη ότι οι Άες Σεντάι τον ανάγκασαν να το κάνει, οι στρατιώτες πρόσεξαν πρώτα τη Μιν. Κι έπειτα τον Ραντ. Η Μιν είχε πιστέψει πως βρέθηκε πριν εν τω μέσω μιας ανεμοζάλης, αλλά είχε κάνει λάθος.

Δυο ντουζίνες άντρες προσπαθούσαν να φτάσουν στην άμαξα ταυτόχρονα, για να αποτραβήξουν τον Ραντ. Όσοι τα κατάφεραν τον κρατούσαν ήρεμα σαν να ήταν μωρό, τέσσερις σε κάθε πλευρά και με τα όπλα κάτω από τις φορεσιές τους. Η Κάντσουεϊν θα πρέπει να είχε επαναλάβει πάνω από χίλιες φορές ότι δεν ήταν νεκρός, καθώς μπήκαν στο Παλάτι κι άρχισαν να διασχίζουν διαδρόμους που φάνταζαν μακρύτεροι απ' όσο θυμόταν η Μιν, με όλο και περισσότερους Καιρχινούς στρατιώτες να τους ακολουθούν. Διάφοροι ευγενείς εμφανίστηκαν στις πόρτες και στους διασταυρούμενους διαδρόμους, πρόσωπα άψυχα που κοιτούσαν τον Ραντ καθώς περνούσε. Η Μιν έχασε τα ίχνη του Ντάρλιν και της Κάραλαϊν και συνειδητοποίησε πως δεν θυμόταν να τους ξαναείδε από την άμαξα και μετά. Ευχήθηκε να είναι καλά και τους ξέχασε. Ο Ραντ ήταν το μόνο πρόσωπο για το οποίο νοιαζόταν. Το μόνο πρόσωπο στον κόσμο.

Η Ναντέρα βρισκόταν μαζί με τις Φαρ Ντάραϊς Μάι που φρουρούσαν τις πύλες προς το δωμάτιο του Ραντ, με το επιχρυσωμένο σύμβολο του Ανατέλλοντος Ήλιου. Μόλις η γκριζομάλλα Κόρη είδε τον Ραντ, η πέτρινη αταραξία της Αελίτισσας έγινε συντρίμμια. «Τι έπαθε;» είπε σαν να θρηνούσε, με τα μάτια γουρλωμένα από τρόμο. «Τι έγινε;» Κάποιες από τις υπόλοιπες Κόρες άρχισαν να βογκούν, με έναν ήχο στριγκό σαν μοιρολόι.

«Ησυχάστε!» γρύλισε η Κάντσουεϊν, χτυπώντας τις παλάμες της μεταξύ τους και παράγοντας έναν ήχο σαν βροντή. «Εσύ, νεαρή. Ο Ραντ πρέπει να ξαπλώσει. Κουνήσου!» Κι η Ναντέρα έσπευσε να εκτελέσει τις διαταγές. Έγδυσαν τον Ραντ, τον τοποθέτησαν στο κρεβάτι σε χρόνο ρεκόρ, με τη Σαμίτσου και τη Νιάντε από πάνω του, έδιωξαν τους Καιρχινούς και τοποθέτησαν τη Ναντέρα στην πόρτα, να επαναλαμβάνει τις οδηγίες της Κάντσουεϊν, ότι δηλαδή κανείς δεν έπρεπε να ενοχλήσει τον Ραντ. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα, με αποτέλεσμα η Μιν να νιώθει ζαλάδα. Ήλπιζε κάποια μέρα να δει τη σύγκρουση μεταξύ της Κάντσουεϊν και της Σοφής Σορίλεα. Όποτε και να γινόταν αυτό, θα έμενε αξέχαστο.

Ωστόσο, η εντύπωση της Κάντσουεϊν, πως οι οδηγίες της θα κρατούσαν έξω οποιονδήποτε, αποδείχθηκε εσφαλμένη. Πριν ακόμα προλάβει να μετακινήσει μια καρέκλα, σηκώνοντάς τη στον αέρα μέσω της Δύναμης, για να κάτσει πλάι στο κρεβάτι του Ραντ, η Κιρούνα κι η Μπέρα όρμησαν μέσα καμαρωτές-καμαρωτές.

«Τι είναι αυτά που άκουσα...;» άρχισε να λέει η Κιρούνα φουριόζα. Εκείνη τη στιγμή, όμως, πρόσεξαν κι οι δυο τους την Κάντσουεϊν. Προς μεγάλη έκπληξη της Μιν, σταμάτησαν να μιλούν κι έμειναν με το στόμα ανοιχτό.

«Βρίσκεται σε καλά χέρια», είπε η Κάντσουεϊν. «Εκτός κι αν κάποια από εσάς έχει ανακαλύψει ξαφνικά πως διαθέτει μεγαλύτερο Ταλέντο στη Θεραπεία».

«Μάλιστα, Κάντσουεϊν» ή «Όχι, Κάντσουεϊν», είπαν μειλίχια με ένα στόμα, κι η Μιν δεν μπήκε στον κόπο να πει κάτι.

Η Σαμίτσου πήρε ένα κάθισμα επενδυμένο με φίλντισι, το ακούμπησε στον τοίχο, άπλωσε τη σκουροκίτρινη φούστα της και κάθισε με τα χέρια διπλωμένα, παρακολουθώντας το στήθος του Ραντ να ανεβοκατεβαίνει κάτω από τα σκεπάσματα. Η Νιάντε πήγε στη βιβλιοθήκη του Ραντ, επέλεξε ένα βιβλίο και κάθισε δίπλα στο παράθυρο. Διάβαζε! Η Κιρούνα με την Μπέρα έκαναν να καθίσουν, αλλά πρώτα έριξαν μια ανυπόμονη ματιά προς τη μεριά της Κάντσουεϊν, περιμένοντας να τους δώσει την άδεια.

«Γιατί δεν κάνεις κάτι;» φώναξε η Μιν.

«Αυτό θα ρωτούσα κι εγώ», είπε η Άμυς μπαίνοντας στο δωμάτιο. Η νεαρή ασπρομάλλα Σοφή κοίταξε για μια στιγμή τον Ραντ, μετακίνησε τη σκούρα καφετιά εσάρπα της και στράφηκε στην Κιρούνα και στην Μπέρα. «Μπορείτε να φύγετε», είπε. «Κιρούνα, η Σορίλεα θέλει να σε ξαναδεί».