Выбрать главу

Το σκοτεινό πρόσωπο της Κιρούνα χλώμιασε, αλλά αμφότερες σηκώθηκαν κι υποκλίθηκαν, μουρμουρίζοντας «μάλιστα, Άμυς» πιο υποχωρητικά απ' όσο απέναντι στην Κάντσουεϊν. Εγκατέλειψαν το δωμάτιο ρίχνοντας αμήχανα βλέμματα στην Πράσινη αδελφή.

«Ενδιαφέρον», είπε η Κάντσουεϊν μόλις έφυγαν. Τα μαύρα της μάτια κλείδωσαν πάνω στα γαλάζια της Άμυς κι, επιτέλους, η Κάντσουεϊν φάνηκε ικανοποιημένη με όσα έβλεπε. Χαμογελούσε κιόλας. «Πολύ θα ήθελα να συναντήσω αυτήν τη Σορίλεα. Είναι δυνατή γυναίκα;» Έδωσε κάποια έμφαση στη λέξη «δυνατή».

«Η δυνατότερη απ’ όσες γνωρίζω», απάντησε απλά κι ήρεμα η Άμυς. Δεν θα περνούσε ποτέ από το μυαλό σου πως ο Ραντ κειτόταν αναίσθητος μπροστά της. «Δεν γνωρίζω πολλά για τη Θεραπεία, Άες Σεντάι. Να υποθέσω πως έκανες ό,τι μπορούσες;» Ο τόνος της φωνής της ήταν επίπεδος. Η Μιν αμφέβαλλε κατά πόσον η Άμυς εμπιστευόταν πραγματικά.

«Έγινε ό,τι ήταν δυνατόν», αποκρίθηκε η Κάντσουεϊν, αναστενάζοντας. «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε τώρα είναι να περιμένουμε».

«Ενώ πεθαίνει;» ακούστηκε μια τραχιά αντρική φωνή, κι η Μιν αναπήδησε ξαφνιασμένη.

Ο Ντασίβα μπήκε με δρασκελιές στο δωμάτιο, με το πρόσωπό του συστραμμένο και κατσουφιασμένο. «Φλιν!» πρόσταξε κοφτά.

Το βιβλίο που κρατούσε η Νιάντε έπεσε στο πάτωμα από τα άνευρα δάχτυλα της κι απέμεινε να κοιτάζει τους τρεις μαυροντυμένους άντρες, λες κι έβλεπε τον ίδιο τον Σκοτεινό. Η Σαμίτσου χλώμιασε και μουρμούρισε κάτι που έμοιαζε με προσευχή.

Στο πρόσταγμα του Ντασίβα, ο ψαρομάλλης Άσα'μαν βάδισε τρικλίζοντας προς το κρεβάτι, στάθηκε απέναντι από την Κάντσουεϊν κι άρχισε να διατρέχει με τα χέρια του το ακίνητο κορμί του Ραντ, ένα πόδι πάνω από τα σεντόνια. Ο νεαρός Ναρίσμα στεκόταν συνοφρυωμένος στην πόρτα, ψηλαφίζοντας τη λαβή του ξίφους του, ενώ τα μεγάλα μαύρα του μάτια πάσχιζαν να συμπεριλάβουν όλες τις Άες Σεντάι. Και την Άμυς, επίσης. Δεν έμοιαζε φοβισμένος, απλώς περίμενε από αυτές τις γυναίκες να του υποδείξουν τους εχθρούς του. Αντίθετα από τις Άες Σεντάι, η Άμυς αγνόησε τους Άσα'μαν, εκτός από τον Φλιν. Το βλέμμα της τον ακολούθησε κι έπεσε πάνω σε ένα γαλήνιο κι εντελώς ανέκφραστο πρόσωπο. Ο αντίχειράς της, ωστόσο, διέτρεξε με χαρακτηριστικό τρόπο το μήκος της λαβής του μαχαιριού που είχε -περασμένο στη ζώνη της.

«Τι κάνεις εκεί;» ρώτησε απαιτητικά η Σαμίτσου, πηδώντας από το κάθισμά της. Όσο άβολα κι αν ένιωθε απέναντι στους Άσά’μαν, η έγνοια της για τον αναίσθητο ασθενή υπερίσχυσε. «Εσύ, Φλιν, ή όπως κι αν λέγεσαι». Έκανε να πάει προς το κρεβάτι κι ο Ναρίσμα βάδισε προς το μέρος της για να την εμποδίσει. Τον κοίταξε βλοσυρή, προσπάθησε να τον προσπεράσει, κι εκείνος την έπιασε από το μπράτσο.

«Άλλο ένα αγοράκι δίχως τρόπους», μουρμούρισε η Κάντσουεϊν. Από τις τρεις αδελφές, μόνο αυτή δεν έμοιαζε να ταράζεται στην παρουσία των Άσά’μαν. Αντιθέτως, τους μελετούσε μέσα από τα μακριά της δάχτυλα.

Ο Ναρίσμα αναψοκοκκίνισε από θυμό με την παρατήρησή της κι αποτράβηξε το χέρι του, αλλά όταν η Σαμίτσου προσπάθησε να τον προσπεράσει ξανά αυτός μπήκε και πάλι στον δρόμο της.

Η γυναίκα έριξε μια άγρια ματιά πάνω από τον ώμο του. «Εσύ, Φλιν, τι κάνεις εκεί; Δεν θα σας αφήσω να τον σκοτώσετε με την άγνοιά σας! Μ' ακούς;» Η Μιν στηριζόταν πότε στο ένα πόδι και πότε στο άλλο, κάνοντας νευρικές κινήσεις. Δεν πίστευε πως ένας Άσα’μαν θα μπορούσε ποτέ να σκοτώσει τον Ραντ, όχι επίτηδες τουλάχιστον, αλλά... Ο ίδιος ο Ραντ τούς είχε εμπιστοσύνη, όμως... Μα το Φως, ακόμα κι η Άμυς δεν έμοιαζε σίγουρη, και το βλοσυρό της βλέμμα πεταγόταν από τον Φλιν στον Ραντ και τανάπαλιν.

Ο Φλιν τράβηξε το σεντόνι μέχρι τη μέση του Ραντ, αποκαλύπτοντας την πληγή. Η βαθιά εγκοπή δεν φαινόταν ούτε σε καλύτερη ούτε σε χειρότερη κατάσταση από την τελευταία φορά που την είχε δει, μια ορθάνοιχτη κι ερεθισμένη, αναίμακτη πληγή που έκοβε γύρω-γύρω το στρογγυλό σημάδι. Ο Ραντ έμοιαζε κοιμισμένος.

«Τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα», είπε η Μιν, αλλά κανείς δεν της έδωσε σημασία.

Ο Ντασίβα άφησε έναν λαρυγγώδη ήχο κι ο Φλιν τον κοίταξε. «Βλέπεις τίποτα, Άσα'μαν;»

«Δεν διαθέτω το Ταλέντο της Θεραπείας», απάντησε ο Ντασίβα, στραβώνοντας το στόμα του. «Εσύ είσαι αυτός που άκουσες τη συμβουλή μου κι έμαθες».

«Ποια πρόταση;» ρώτησε απαιτητικά η Σαμίτσου. «Επιμένω να...»

«Ήσυχα, Σαμίτσου», παρενέβη η Κάντσουεϊν. Φαίνεται πως, με εξαίρεση την Άμυς, ήταν η μοναδική στο δωμάτιο που διατηρούσε την ψυχραιμία της. Πάντως, από τον τρόπο που η Σοφή χάιδευε τη λαβή του μαχαιριού της, η Μιν δεν ήταν τόσο σίγουρη ούτε και για εκείνη. «Νομίζω πως το τελευταίο πράγμα που θέλει να κάνει είναι να προξενήσει ζημιά στο αγόρι».