«Δεν τις χρειαζόμαστε, Αφέντρα Κόρλυ», έλεγε η Ηλαίην. Η Κόρη-Διάδοχος μιλούσε σαν γυναίκα που θωπεύει ένα παιδάκι. «Τους είπα να παραμείνουν εδώ μέχρι να επιστρέψουμε. Αν δεν υπάρχει ανάμεσά μας κάποια που να δείχνει εμφανώς ότι είναι Άες Σεντάι, δεν θα τραβήξουμε την προσοχή, ειδικά από την άλλη άκρη του ποταμού». Η άποψή της για το τι έπρεπε να φοράει κατά τη διάρκεια της επίσκεψής της στο πιο άγριο σημείο της πόλης, έτσι ώστε να μην την προσέξουν ανεπιθύμητα μάτια, ήταν ένα πλατύγυρο πράσινο καπέλο με φτερά βαμμένα στο ίδιο χρώμα, έναν ελαφρύ μανδύα για τη σκόνη από πράσινο λινό με κεντητές χρυσαφιές κορδέλες να κρέμονται στην πλάτη, κι ένα πράσινο χρυσοποίκιλτο μεταξωτό φόρεμα ιππασίας με ψηλό λαιμό και με το κέντημα να ανηφορίζει από το διαχωριστικό της φούστας και να δίνει έμφαση στο χαρακτηριστικό οβάλ ντεκολτέ που άφηνε το μισό στήθος εκτεθειμένο. Επίσης, φορούσε ένα από εκείνα τα περιδέραια για το γαμήλιο μαχαίρι. Η πλατιά ζώνη από πλεχτό χρυσάφι θα έκανε κάθε κλέφτη του Ράχαντ να νιώθει φαγούρα στην παλάμη του. Δεν κουβαλούσε κανένα όπλο, εκτός από ένα ζωσμένο μικρό μαχαίρι. Από την άλλη, τι όπλο να χρειαζόταν μια γυναίκα ικανή να διαβιβάσει; Βέβαια, καθεμία ξεχωριστά από εκείνες τις κόκκινες ζώνες είχε ένα κυρτό στιλέτο κρυμμένο από μέσα, όπως η ζώνη της Ρέναν από απλά επεξεργασμένο δέρμα.
Η Ρεάνε έβγαλε ένα μεγάλο καπέλο από γαλάζια ψάθα, το κοίταξε βλοσυρή κι έπειτα το ξαναφόρεσε, δένοντας πάλι τις κορδέλες. Δεν φαινόταν να την απασχολεί και πολύ ο τόνος της φωνής της Ηλαίην. Χαμογέλασε διστακτικά κι είπε κάπως άτολμα: «Και για ποιον λόγο νομίζει η Μέριλιλ Σεντάι πως λέμε ψέματα, Ηλαίην Σεντάι;»
«Όλες το πιστεύουν αυτό», είπε, ασθμαίνοντας σχεδόν, κάποια άλλη από αυτές που φορούσαν την κόκκινη ζώνη. Όλες τους ήταν ντυμένες με φορέματα Εμπουνταρινού στυλ, σε σεμνά χρώματα, με στενά ντεκολτέ και με φούστες σκιστές από τη μία μεριά, έτσι ώστε να αποκαλύπτουν τις στρώσεις που σχημάτιζε το μισοφόρι, αλλά μονάχα αυτή, κοκαλιάρα και με περισσότερες άσπρες παρά μαύρες τρίχες στα μακριά της μαλλιά, είχε την ελαιόχρωμη επιδερμίδα και τα σκούρα μάτια μιας Εμπουνταρινής. «Η Σάριθα Σεντάι με αποκάλεσε απροκάλυπτα ψεύτρα, αναφορικά με το πόσες είμαστε και...» Ένα βλοσυρό βλέμμα εκ μέρους της Ρεάνε κι η κοφτή προσταγή «Πάψε, Ταμάρλα» ήταν αρκετά για να μη συνεχίσει να μιλάει. Η Αφέντρα Κόρλυ μπορεί να ήταν έτοιμη να πέσει στα γόνατα και να δείξει υπέρμετρη δουλικότητα απέναντι σε μια Άες Σεντάι, έστω κι αν ήταν παιδάκι, αλλά με τις συντρόφισσές της ήταν εξαιρετικά αυστηρή.
Ο Ματ κοίταξε συνοφρυωμένος τα παράθυρα που έβλεπαν στην αυλή των στάβλων, όσα τουλάχιστον μπορούσε να δει από το σημείο που στεκόταν. Μερικά ήταν καλυμμένα με παραπετάσματα λευκού περίτεχνου σφυρήλατου σίδερου, ενώ άλλα με λευκά ξύλινα παραπετάσματα, περίπλοκα και σκαλιστά. Δεν ήταν πολύ πιθανόν να βρίσκεται η Τάυλιν εκεί, ούτε και να εμφανιζόταν στην αυλή των στάβλων. Είχε προσέξει πολύ να μην την ξυπνήσει ενόσω ντυνόταν. Επιπλέον, ήταν σίγουρο πως δεν θα προσπαθούσε να κάνει τίποτα εδώ. Έτσι πίστευε, τουλάχιστον. Από την άλλη, τίποτα δεν ήταν αδύνατον γι' αυτήν τη γυναίκα, η οποία είχε βάλει μισή ντουζίνα υπηρέτριες να τον τραβήξουν στους διαδρόμους το προηγούμενο βράδυ και να τον σύρουν μέχρι τα διαμερίσματά της. Η καταραμένη, τον μεταχειριζόταν σαν να ήταν παιχνιδάκι! Δεν θα το ανεχόταν άλλο. Με τίποτα. Μα το Φως, ποιον προσπαθούσε να ξεγελάσει; Αν δεν άρπαζαν το Κύπελλο των Ανέμων και δεν έφευγαν το γρηγορότερο από το Έμπου Νταρ, η Τάυλιν θα τον συλλάμβανε και θα τον αποκαλούσε ξανά «πιτσουνάκι» της το βράδυ.
«Οφείλεται στις ηλικίες σας, Ρεάνε». Η Ηλαίην δεν ακουγόταν ακριβώς διστακτική -ποτέ δεν ήταν, άλλωστε- αλλά ο τόνος της φωνής της είχε μια χροιά επιφυλακτικότητας. «Θεωρείται αγένεια ανάμεσα στις Άες Σεντάι να αναφέρονται σε τέτοια θέματα, αλλά... Ρεάνε, είναι προφανές πως καμία Άες Σεντάι από το Τσάκισμα και μετά δεν έχει ζήσει τόσο πολύ, όσο ισχυρίζεστε ότι ζείτε εσείς, στον Πλεχτό Κύκλο». Με αυτό το παράξενο όνομα αποκαλούσε το Σόι το κυβερνητικό συμβούλιο. «Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υπερβαίνει τα εκατό χρόνια». Οι γυναίκες με τις κόκκινες ζώνες έμειναν με το στόμα ανοιχτό και με τα μάτια γουρλωμένα. Μια λεπτόκορμη καστανομάτα με απαλά μελένια μαλλιά άφησε ένα νευρικό γελάκι και κάλυψε αμέσως το στόμα της στην απότομη αντίδραση της Ρεάνε. «Φαμέλ!»