«Δεν είναι δυνατόν», είπε άτονα η Ρεάνε στην Ηλαίην. «Οι Άες Σεντάι σίγουρα θα...»
«Καλημέρα», είπε ο Ματ, βγαίνοντας από το παραπέτασμα των φυτών. Η όλη συζήτηση ήταν ανόητη· ήταν πασίγνωστο ότι οι Άες Σεντάι ζούσαν περισσότερο από τον υπόλοιπο κόσμο. Αντί να χάνουν χρόνο εδώ, θα έπρεπε να είχαν ήδη ξεκινήσει για το Ράχαντ. «Πού είναι ο Θομ με τον Τζούιλιν; Κι η Νυνάβε;» Έπρεπε να είχε επιστρέψει από την προηγούμενη νύχτα, αλλιώς η Ηλαίην θα ταραζόταν πολύ. «Αίμα και στάχτες, ούτε την Μπιργκίτε βλέπω. Πρέπει να φύγουμε το συντομότερο, Ηλαίην. Θα έρθει η Αβιέντα;»
Η Ηλαίην τον κοίταξε κάπως βλοσυρή, ρίχνοντας πεταχτές ματιές προς το μέρος της Ρεάνε, κι ο Ματ κατάλαβε ότι ήταν έτοιμη να αποφασίσει πώς θα συμπεριφερόταν απέναντι του. Η απλή αθωότητα θα έκανε κακό στην υπόληψή της απέναντι σε ετούτες τις γυναίκες, αλλά το ίδιο θα γινόταν κι απέναντί του, αν του χαμογελούσε. Η Ηλαίην, ωστόσο, πίστευε ανέκαθεν πως το χαμόγελο επιτυγχάνει εκεί που όλα τα υπόλοιπα αποτυγχάνουν. Ανασήκωσε ελαφρά το πηγούνι της. «Ο Θομ κι ο Τζούιλιν βοηθούν την Αβιέντα και την Μπιργκίτε στην παρακολούθηση του αρχοντικού του Καρίντιν, Ματ». Να μια Κόρη-Διάδοχος σε όλο της μεγαλείο. Ίσως όχι εντελώς, μια κι η Ηλαίην γνώριζε την αντίδραση του Ματ σ' αυτό, αλλά η φωνή της ήταν γεμάτη σιγουριά, η γαλάζια ματιά της ψυχρή κι αποφασιστική και το χαριτωμένο της πρόσωπο παγερό και γεμάτο αλαζονεία. Υπήρχε, άραγε, γυναίκα στον κόσμο που να μην ήταν πολυσχιδής; «Η Νυνάβε θα έρθει σύντομα. Δεν υπάρχει λόγος να έρθεις κι εσύ, Ματ. Ο Ναλέσεν κι οι στρατιώτες σου είναι υπεραρκετοί για να εκτελέσουν χρέη σωματοφυλακής. Μπορείς να μείνεις εδώ, στο παλάτι, και να περάσεις όσο καλύτερα γίνεται μέχρι να επιστρέψουμε».
«Στον Καρίντιν!» αναφώνησε ο Ματ. «Ηλαίην, δεν βρισκόμαστε στο Έμπου Νταρ για να κανονίσουμε τους λογαριασμούς μας με τον Καρίντιν. Παίρνουμε το Κύπελλο και κατόπιν, εσύ ή η Νυνάβε, φτιάχνετε μια πύλη κι αναχωρούμε. Γίνομαι κατανοητός; Θα έρθω μαζί σου στο Ράχαντ». Άκου, να περάσει καλά! Μόνο το Φως ξέρει τι θα σκαρφιζόταν γι' αυτόν η Τάυλιν, αν έμενε όλη μέρα στο παλάτι. Και μόνο η σκέψη τον έκανε να θέλει να γελάσει υστερικά.
Παγερά βλέμματα τον κάρφωσαν από τη μεριά των Σοφών. Η εύσαρκη Σουμέκο σούφρωσε τα χείλη της θυμωμένη, ενώ η Μελόρ, μια παχουλή μεσήλικη Ντομανή, το στήθος της οποίας είχε απολαύσει οπτικά την προηγούμενη μέρα, ακούμπησε τις γροθιές της πάνω στους γοφούς της, με πρόσωπο συννεφιασμένο. Έπρεπε να έχουν καταλάβει από χτες κιόλας πως οι Άες Σεντάι δεν τον φόβιζαν, αλλά ακόμα κι η Ρεάνε τον κοιτούσε τόσο κατσούφικα, ώστε ο Ματ υποψιάστηκε για μια στιγμή πως ήταν έτοιμη να τον αρπάξει από το αυτί. Προφανώς, αν όλες τους έδειχναν υπέρμετρο ζήλο για τις Άες Σεντάι, το ίδιο θα έκανε κι οποιοσδήποτε άλλος.
Η Ηλαίην ήταν φανερά αναποφάσιστη. Τα χείλη της ήταν σφιγμένα, αλλά ο ίδιος έπρεπε να την κάνει να καταλάβει ένα πράγμα. Ήταν πολύ έξυπνη για να συνεχίσει κάτι που σίγουρα δεν θα λειτουργούσε. Από την άλλη, όσο και να προσπαθούσε, παρέμενε αρκετά ψηλομύτα. Οι υπόλοιπες γυναίκες απλά παρακολουθούσαν. «Ματ, ξέρεις καλά πως δεν μπορούμε να φύγουμε, αν δεν χρησιμοποιήσουμε το Κύπελλο πρώτα». Το αγέρωχο πηγούνι έμεινε υψωμένο, κι ο τόνος της φωνής της ήταν ένα μείγμα εξήγησης κι απλής κουβέντας. «Μπορεί να μας πάρει μέρες μέχρι να βεβαιωθούμε με ποιον τρόπο πρέπει να χρησιμοποιηθεί, μισή βδομάδα ή και παραπάνω, κι, αν στο μεταξύ τελειώσουμε με το θέμα του Καρίντιν, τόσο το καλύτερο». Η φωνή της έγινε κάπως κροταλιστή στην αναφορά του ονόματος του Λευκομανδίτη, τόσο που θα έλεγε κανείς πως είχε προηγούμενα μαζί του. Όμως κάτι άλλο ξεπήδησε στο μυαλό της, βάζοντας τέλος στον ειρμό των σκέψεών της.
«Μισή βδομάδα!» Νιώθοντας πνιγμένος, ο Ματ έβαλε το δάχτυλο του πίσω από το μαντίλι που ήταν τυλιγμένο στον λαιμό του και το τράβηξε, για να το χαλαρώσει. Η Τάυλιν είχε χρησιμοποιήσει αυτό το κομμάτι από μαύρο μετάξι για να του δέσει τα χέρια την προηγούμενη νύχτα, προτού εκείνος αντιληφθεί τι ακριβώς έκανε. Μισή βδομάδα. Ίσως και παραπάνω! Παρά την προσπάθειά του να συγκρατηθεί, η φωνή του είχε μια χροιά πανικού. «Ηλαίην, είμαι σίγουρος πως μπορείς να χρησιμοποιήσεις κι αλλού το Κύπελλο. Δεν χρειάζεται να βρισκόμαστε εδώ σώνει και καλά. Η Εγκουέν θέλει να γυρίσεις πίσω το συντομότερο. Πάω στοίχημα πως μπορεί να το αναθέσει σε έναν δυο φίλους της». Απ' όσο είχε καταλάβει, μπορούσε να το αναθέσει σε μερικές εκατοντάδες. Όταν θα επέστρεφε τις γυναίκες, ίσως η Εγκουέν να εγκατέλειπε αυτές τις ανοησίες περί κατοχής της Έδρας της Άμερλιν και να τον άφηνε να την οδηγήσει στον Ραντ, μαζί με την Ηλαίην, τη Νυνάβε και την Αβιέντα. «Και τι θα γίνει με τον Ραντ, Ηλαίην; Το Κάεμλυν. Ο Θρόνος του Λιονταριού. Αίμα και στάχτες, Ηλαίην, ξέρεις πολύ καλά πως πρέπει να φτάσεις στο Κάεμλυν όσο πιο γρήγορα γίνεται, έτσι ώστε να μπορέσει ο Ραντ να σε ανεβάσει στον Θρόνο του Λιονταριού». Για κάποιον λόγο, το πρόσωπό της σκοτείνιασε στο άκουσμα αυτής της λέξης και τα μάτια της άστραψαν. Ο Ματ θα μπορούσε κάλλιστα να σκεφτεί πως ήταν αγανακτισμένη, αν κι αναίτια.