Выбрать главу

Η ματιά της Σορίλεα πέρασε πάνω από όλους τους αιχμαλώτους χωρίς να σταματήσει σε κάποιον ειδικά, και κατόπιν η γυναίκα άρχισε να μιλάει σιγανά με την Εντάρα και με μία άλλη Σοφή, μια λιπόσαρκη γυναίκα με χρυσαφιά μαλλιά, το όνομα της οποίας δεν γνώριζε ο Πέριν. Μακάρι να μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν. Προχώρησαν χωρίς να υπάρξει η παραμικρή αλλαγή σε αυτά τα τρία γαλήνια πρόσωπα. Οι οσμές τους, όμως, ήταν ένα άλλο θέμα. Όταν το βλέμμα της Σορίλεα σάρωνε τις Άες Σεντάι, η οσμή της απέπνεε κάτι ψυχρό κι απόμακρο, ζοφερό κι αποφασιστικό και, καθώς μιλούσε στις άλλες δύο, οι οσμές τους άλλαζαν για να εναρμονιστούν με τη δική της.

«Κάτι κακό μαγειρεύεται», γρύλισε ο Πέριν.

«Φασαρίες;» ρώτησε ο Άραμ κι ανασηκώθηκε στις φτέρνες του, με το δεξί του χέρι σε ετοιμότητα για να τραβήξει το ξίφος με τη λυκοκέφαλη λαβή που προεξείχε πάνω από τον ώμο του. Είχε πάρει τον αέρα αυτού του ξίφους μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα και πάντα ήταν πρόθυμος να το χρησιμοποιήσει.

«Δεν τρέχει τίποτα, Άραμ». Δεν έλεγε ψέματα. Βγαίνοντας από τους σκοτεινούς συλλογισμούς του, ο Πέριν κοίταξε τους άλλους σαν να τους έβλεπε πραγματικά για πρώτη φορά όλους μαζί. Δεν του άρεσε αυτό που είδε, κι οι Άες Σεντάι ήταν το λιγότερο.

Οι Καιρχινοί κι οι Μαγιενοί παρακολουθούσαν ύποπτα τους Αελίτες, σαν να ανταπέδιδαν τα καχύποπτα βλέμματα των Αελιτών, ειδικά προς τους Καιρχινούς. Δεν εξεπλάγη. Σε τελική ανάλυση, οι Αελίτες φημίζονταν για την αντιπάθειά τους απέναντι σε όποιον είχε γεννηθεί σε αυτή την πλευρά της Ραχοκοκαλιάς του Κόσμου, και κυρίως απέναντι στους Καιρχινούς. Η απλή και μόνη αλήθεια ήταν πως Αελίτες και Καιρχινοί έτρεφαν ένα άσβεστο κι απύθμενο μίσος εναντίον αλλήλων. Καμία πλευρά δεν έβαζε στην άκρη τις έχθρες -στην καλύτερη περίπτωση θα βρίσκονταν σε μια χαλαρή εκεχειρία- αλλά μέχρι τώρα ο Πέριν πίστευε πως συγκρατούνταν, αν μη τι άλλο, για το καλό του Ραντ. Μια δυσθυμία επικρατούσε στο στρατόπεδο, μια ένταση αντιληπτή απ' τον καθένα. Ο Ραντ ήταν ελεύθερος πια κι οι προσωρινές συμμαχίες δεν ήταν παρά μονάχα αυτό: προσωρινές. Οι Αελίτες ζύγιαζαν τα δόρατά τους όταν κοιτούσαν τους Καιρχινούς, ενώ οι Καιρχινοί ψηλάφιζαν βλοσυροί τα ξίφη τους. Το ίδιο έκαναν κι οι Μαγιενοί, οι οποίοι δεν είχαν καμιά αντιπαράθεση με τους Αελίτες, δεν τους είχαν πολεμήσει ποτέ παρά μόνο στους Πολέμους των Αελιτών όπου τους πολεμούσαν οι πάντες, αλλά σε περίπτωση μάχης δεν υπήρχε αμφιβολία με ποιου το μέρος θα πήγαιναν. Το ίδιο μάλλον θα έκαναν κι οι άντρες από τους Δύο Ποταμούς.

Αυτή η άσχημη διάθεση είχε ποτίσει περισσότερο τους Άσα'μαν και τις Σοφές. Οι μαυροντυμένοι άντρες δεν είχαν πλέον στραμμένη την προσοχή τους στις Κόρες και στους σισβαϊ'αμάν αλλά στους Καιρχινούς, στους Μαγιενούς, ακόμα και στους άντρες των Δύο Ποταμών. Ωστόσο, κοίταζαν εξεταστικά τις Σοφές, με πρόσωπα εξίσου σκοτεινά με αυτά που παρουσίαζαν κι απέναντι στις Άες Σεντάι. Το πιθανότερο ήταν πως δεν έκαναν σοβαρή διάκριση ανάμεσα σε μια γυναίκα που μπορούσε να χειρίζεται τη Δύναμη και σε μια άλλη. Οποιαδήποτε από δαύτες μπορούσε να είναι εχθρική κι επικίνδυνη. Δεκατρείς μαζί ήταν θανατηφόρες, κι ολόγυρα στο στρατόπεδο υπήρχαν πάνω από ενενήντα Σοφές. Λιγότερο από μισές συγκριτικά με τους Άσα'μαν αλλά αρκετές για να κάνουν ζημιά, αν το επιθυμούσαν. Γυναίκες με την ικανότητα της διαβίβασης που, ωστόσο, ακολουθούσαν τον Ραντ. Ακολουθούσαν τον Ραντ, κι ας ήταν γυναίκες με την ικανότητα της διαβίβασης.

Οι Σοφές κοίταζαν τους Άσα'μαν κάπως λιγότερο παγερά απ' ό,τι τις Άες Σεντάι. Οι Άσα'μαν ήταν άντρες με την ικανότητα της διαβίβασης, ωστόσο ακολουθούσαν τον Ραντ. Ακολουθούσαν τον Ραντ, αλλά... ο Ραντ ήταν ειδική περίπτωση. Σύμφωνα με τον Γκαούλ, η διαβιβαστική του ικανότητα δεν αναφέρεται στις προφητείες σχετικά με τον Καρ'α'κάρν, αλλά οι Αελίτες ισχυρίζονταν πως αυτό το άβολο γεγονός δεν ήταν καν υπαρκτό. Πάντως, οι Άσα'μαν δεν συμπεριλαμβάνονταν καθόλου στις συγκεκριμένες προφητείες. Ήταν σαν να ανακαλύπτεις πως είχες ένα κοπάδι λυσσασμένα λιοντάρια που πολεμούν στο πλευρό σου. Για πόσον καιρό θα παρέμεναν πιστοί; Ίσως ήταν καλύτερα να τους έβγαζαν από τη μέση τώρα.

Το κεφάλι του ακούμπησε στον τροχό της άμαξας, τα μάτια του έκλεισαν και το στήθος του άρχισε να ανεβοκατεβαίνει με ένα σιωπηλό, πικρόχολο γελάκι. Σκέψου τα ωραία πράγματα του Ανώτατου Τσάσαλαϊν. Που να με πάρει, σκέφτηκε πικρά. Έπρεπε να πάω με τον Ραντ. Όχι, καλύτερα να μάθαινε πρώτα κάποια πράγματα, και μάλιστα το συντομότερο. Αλλά, τι στο όνομα του Φωτός θα έκανε; Αν οι Αελίτες, οι Καιρχινοί κι οι Μαγιενοί έπεφταν να φάνε ο ένας τον άλλον, ή κάτι ακόμα χειρότερο, οι Άσα'μαν κι οι Σοφές... Η κατάσταση έμοιαζε με ένα βαρέλι φίδια, όπου ο μόνος τρόπος για να διαπιστώσεις ποιες ήταν οι οχιές ήταν να χώσεις το χέρι σου μέσα. Μα το Φως, μακάρι να ήμουν σπίτι, παρέα με τη Φάιλε και με το σιδηρουργείο μου, και κανείς να μη με αποκαλούσε Άρχοντα, με αυτή την καταραμένη λέξη.