«Όχι», είπε ο Ματ πλαταγίζοντας τη γλώσσα του. «Δηλαδή, ναι... δηλαδή... Να πάρει και να σηκώσει, ούτε ξέρω τι θέλω να πω. Μακάρι να μη μάθαινες την αλήθεια». Η Νυνάβε με την Ηλαίην να κάθονται να συζητούν με την Τάυλιν για τον ίδιο, πίνοντας τσάι. Πώς θα το έσβηνε από τη μνήμη του αυτό; Πώς θα τις ξανακοίταζε στα μάτια ύστερα από κάτι τέτοιο; Αν, όμως, δεν... Βρισκόταν ανάμεσα σε δύο δεινά, δίχως να μπορεί να ξεφύγει. Άρχισε να βρίζει κι ευχήθηκε σχεδόν να τον επιπλήξει για τις λέξεις που χρησιμοποιούσε, όπως έκανε η Νυνάβε, απλώς για να αλλάξει θέμα.
Τα χείλη της κινήθηκαν σιωπηλά και, για μια στιγμή, ο Ματ είχε την περίεργη εντύπωση πως η γυναίκα επαναλάμβανε όσα έλεγε ο ίδιος. Όχι, βέβαια. Τα φανταζόταν, αυτό ήταν όλο. «Καταλαβαίνω», είπε δυνατά η Ηλαίην, κι από τον ήχο της φωνής της έμοιαζε να το εννοεί. «Έλα τώρα, Ματ. Μη χάνουμε χρόνο με το να στεκόμαστε σε ένα σημείο».
Ο άντρας έμεινε με ανοικτό το στόμα, παρακολουθώντας τη να ανασηκώνει τη φούστα και τον μανδύα της και να κινεί προς την αποβάθρα. Άραγε, όντως καταλάβαινε; Πως ήταν δυνατόν να καταλαβαίνει και να μην κάνει ούτε ένα καυστικό σχόλιο, ούτε μία αιχμηρή παρατήρηση; Τον συμπεριλάμβανε ανάμεσα στους δικούς της, και μάλιστα σε αυτούς που αξίζουν πολλά. Την ακολούθησε, πασπατεύοντας το μενταγιόν. Ήταν σίγουρος πως θα χρειαζόταν να δώσει μάχη για να το πάρει πίσω. Ούτε δύο ζωές των Άες Σεντάι δεν του έφταναν, για να καταλάβει τις γυναίκες, οι δε αριστοκράτισσες ήταν οι χειρότερες.
Όταν έφθασε στα σκαλοπάτια που είχε κατέβει προηγουμένως η Ηλαίην, οι κωπηλάτες με τα μπρούντζινα σκουλαρίκια χρησιμοποιούσαν ήδη τα μακρόστενα κουπιά τους για να απομακρύνουν το σκάφος. Η Ηλαίην οδηγούσε τη Ρεάνε και τις τελευταίες Σοφές στην καμπίνα, ενώ ο Λαν στεκόταν στην πλώρη με τη Νυνάβε. Ο Μπέσλαν τού φώναξε να έρθει στην επόμενη βάρκα, που είχε όλους τους άντρες εκτός από τον Πρόμαχο.
«Η Νυνάβε είπε πως δεν έχει χώρο για κανέναν μας», είπε ο Ναλέσεν, καθώς η βάρκα λικνιζόταν, βγαίνοντας στον Έλνταρ. «Είπε πως θα είμαστε πολύ στριμωγμένοι». Ο Μπέσλαν γέλασε και κοίταξε γύρω στη δική τους βάρκα. Ο Βάνιν καθόταν δίπλα στην πόρτα της καμπίνας με τα μάτια κλειστά, πασχίζοντας να προσποιηθεί πως ήταν κάπου αλλού, ενώ ο Χάρναν κι ο Ταντ Κάντελ, ένας Αντορινός, παρά τη σκουρόχρωμη εμφάνισή του που έμοιαζε με αυτή των κωπηλατών, είχαν σκαρφαλώσει στην οροφή της καμπίνας. Οι υπόλοιποι Κοκκινόχεροι κάθονταν οκλαδόν στο κατάστρωμα, προσπαθώντας να μην μπλέκονται στα πόδια των κωπηλατών. Κανείς δεν έμπαινε στην καμπίνα, περιμένοντας μάλλον να δουν αν ο Ματ με τον Ναλέσεν και τον Μπέσλαν την προόριζαν για δική τους χρήση.
Ο Ματ πήγε δίπλα στο ψηλό δοκάρι της πλώρης και κοίταξε προς την άλλη βάρκα, μπροστά. Η κίνηση των κουπιών την έκανε να σέρνεται. Ο άνεμος ράπιζε τα σκοτεινά ανταριασμένα νερά και το μαντίλι του, κι εκείνος χρειάστηκε να κρατάει το καπέλο με τα δυο του χέρια. Τι σκάρωνε, άραγε, η Νυνάβε; Οι υπόλοιπες εννέα γυναίκες, στη δεύτερη βάρκα, βρίσκονταν όλες κλεισμένες στην καμπίνα, αφήνοντας το κατάστρωμα σ' εκείνη και στον Λαν. Στέκονταν στην πλώρη, κι ο Λαν είχε τα χέρια του σταυρωμένα, ενώ η Νυνάβε έκανε χειρονομίες, σαν να του εξηγούσε κάτι. Βέβαια, η Νυνάβε σπανίως έμπαινε στον κόπο να δώσει εξηγήσεις. Ή, μάλλον, ποτέ.
Ό,τι κι αν έκανε, δεν κράτησε πολύ. Πιο πέρα, στον κόλπο, τα κύματα σήκωναν αφρό, εκεί που οι Θαλασσινοί ναύτες μάζευαν τα ξάρτια και τις άγκυρες. Τα νερά του ποταμού δεν ήταν τόσο ταραγμένα, αλλά ήταν εμφανής μια φουσκονεριά που ο Ματ δεν θυμόταν να είχε συναντήσει σε άλλο ταξίδι. Πριν περάσει πολλή ώρα, η Νυνάβε έγερνε πάνω από την κουπαστή, αδειάζοντας στα νερά το πρωινό της, ενώ ο Λαν την κρατούσε. Η σκηνή θύμισε στον Ματ το δικό του στομάχι. Έβαλε το καπέλο κάτω από τη μασχάλη του, έτσι που να μην το πάρει ο αέρας, κι έβγαλε από την τσέπη του τη σχίζα του τυριού.