«Το άλογό σου, Άρχοντα Πέριν. Δεν μου ανέφερες αν ήθελες τον Γοργοπόδη ή τον Αναχαιτιστή, κι έτσι σέλωσα...» Κάτω από τη χρυσαφιά κι άγρια ματιά του Πέριν, ο Κένλι Μάεριν δείλιασε να συνεχίσει κι ασχολήθηκε με τον σταχτοκάστανο επιβήτορα που τραβούσε από τα χαλινάρια.
Ο Πέριν έκανε μια κατευναστική χειρονομία. Το λάθος δεν ήταν του Κένλι. Ό,τι δεν μπορείς να διορθώσεις, το υπομένεις. «Ηρέμησε, παλικάρι μου. Καλά έκανες. Ο Γοργοπόδης μού κάνει, πολύ σωστά τον διάλεξες». Δεν του άρεσε διόλου που αναγκαζόταν να μιλήσει κατ' αυτόν τον τρόπο στον Κένλι. Κάπως κοντόχοντρος, ο Κένλι δεν ήταν τόσο μεγάλος για να παντρευτεί ή να εγκαταλείψει το σπιτικό του -και σίγουρα όχι τόσο μεγάλος γι' αυτή την ανομοιόμορφη γενειάδα που προσπαθούσε να καλλιεργήσει, μιμούμενος τον Πέριν- ωστόσο είχε πολεμήσει τους Τρόλοκ στο Πεδίο του Έμοντ και τα είχε πάει καλά χτες. Πάντως, ένα πλατύ χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό του ύστερα από τον έπαινο εκ μέρους του Άρχοντα Πέριν βρωμο-Χρυσομάτη.
Ο Πέριν σηκώθηκε και τράβηξε το τσεκούρι του από εκεί που το είχε τοποθετήσει, κάτω από την άμαξα για να μη φαίνεται κι, έστω και για λίγο, να μην το σκέφτεται, και πέρασε τη λαβή μέσα από τη θηλιά, στη ζώνη του. Ήταν μια βαριά λάμα σε σχήμα ημισελήνου που ισορροπείτο από μια παχιά, σκαλιστή ράβδο. Ένα αντικείμενο φτιαγμένο ειδικά για να σκοτώνει. Η λαβή φάνταζε γνώριμη κι ανακουφιστική στα χέρια του. Άραγε, θυμόταν την αίσθηση μιας καλοδουλεμένης σφύρας; Υπήρχαν κι άλλα πράγματα πέρα από τον «Άρχοντα Πέριν», πράγματα που ίσως ήταν πια πολύ αργά για να αλλάξει. Ένας φίλος τού είχε πει κάποτε να κρατήσει το τσεκούρι μέχρις ότου του άρεσε να το χρησιμοποιεί. Η σκέψη τού προκάλεσε ρίγος παρά τη ζέστη.
Σκαρφάλωσε στη σέλα του Γοργοπόδη, ο οποίος βρισκόταν στη σκιά του γκρίζου επιβήτορα του Άραμ, κι ατένισε νότια, προς τον κύκλο που σχημάτιζαν οι άμαξες. Τουλάχιστον μισή φορά πιο ψηλός από τον ψηλότερο Αελίτη, ο Λόιαλ προχωρούσε προσεκτικά ανάμεσα στις διασταυρούμενες πόρπες των αμαξών. Με το μέγεθος του έμοιαζε ικανός να σπάσει κάποιον από τους βαριούς, ξύλινους άξονες με ένα απρόσεκτο βήμα. Ως συνήθως, ο Ογκιρανός κρατούσε στο χέρι του ένα βιβλίο, χρησιμοποιώντας το παχύ του δάχτυλο σαν σελιδοδείκτη, ενώ οι ευρύχωρες τσέπες της μακριάς φορεσιάς του ήταν γεμάτες με άλλα. Είχε περάσει το πρωινό του κάτω από μια μικρή αρμαθιά δέντρων που, σύμφωνα με τη γνώμη του, ήταν αναπαυτικά και σκιερά, αλλά, όση σκιά κι αν του παρείχαν, η ζέστη τον επηρέαζε όπως και τους υπόλοιπους. Φαινόταν κουρασμένος κι η φορεσιά του ήταν ξεκούμπωτη, το πουκάμισό του λασκαρισμένο κι οι μπότες του διπλωμένες κάτω από το επίπεδο των γονάτων. Ίσως, όμως, να έφταιγε και κάτι περισότερο από τη ζέστη. Ο Λόιαλ σταμάτησε για να ρίξει μια ματιά στο εσωτερικό των αμαξών, στις Άες Σεντάι και στους Άσα'μαν, και τα θυσανωτά αυτιά του τρεμούλιασαν ανήσυχα. Μάτια μεγάλα σαν φλιτζάνια τσαγιού στράφηκαν να κοιτάξουν τις Σοφές και τα αυτιά του τρεμούλιασαν ξανά. Οι Ογκιρανοί ήταν ευαίσθητοι στο να αφουγκράζονται την ατμόσφαιρα ενός τόπου.
Μόλις είδε τον Πέριν, ο Λόιαλ διέσχισε με δρασκελιές τον καταυλισμό. Παρ' όλο που ήταν καβάλα στο άλογο, ο Πέριν ήταν δύο με τρεις πιθαμές κοντύτερος από τον Λόιαλ που στεκόταν όρθιος. «Πέριν», ψιθύρισε ο Ογκιρανός. «Όλα έγιναν λάθος. Εκτός από το ότι δεν είναι σωστό, είναι κι επικίνδυνο συνάμα». Για Ογκιρανό, ο συγκεκριμένος ήχος της φωνής του ισοδυναμούσε με ψίθυρο, αλλά, στην πραγματικότητα, έμοιαζε με βόμβο αγριομελισσών σε μέγεθος σκύλου. Μερικές Άες Σεντάι στράφηκαν προς το μέρος του.
«Μίλα λίγο πιο δυνατά», είπε ο Πέριν μέσα από τα δόντια του. «Μου φαίνεται πως κάποιος στο Άντορ δεν άκουσε τι είπες. Στα δυτικά του Άντορ».
Ο Λόιαλ φάνηκε να ξαφνιάζεται κι έκανε μια γκριμάτσα. Τα τεράστια φρύδια του σκούπισαν τα μάγουλά του. «Γνωρίζω πολύ καλά πώς να ψιθυρίζω», είπε. Αυτή τη φορά, μάλλον δεν τον άκουσαν σε απόσταση μεγαλύτερη από τρία βήματα. «Τι θα κάνουμε, Πέριν; Είναι μεγάλο λάθος να κρατάμε τις Άες Σεντάι παρά τη θέλησή τους, λάθος και ξεροκεφαλιά επίσης. Το είχα πει και παλαιότερα και θα το επαναλάβω. Και το χειρότερο δεν είναι αυτό. Η αίσθηση του τόπου... Μια σπίθα αρκεί για να τιναχτεί το μέρος σαν καρότσα με βεγγαλικά. Το ξέρει ο Ραντ;»