Τραβώντας το μαχαίρι από τα πλευρά του, ο άντρας τού το πέταξε κι ο Ματ το έπιασε στον αέρα, χωρίς να σκεφτεί καν. Ο Θομ τον είχε μάθει κάτι τέτοια κόλπα και του είχε πει πως είχε τα πιο γρήγορα χέρια που είχε δει ποτέ. Στριφογυρίζοντας το μαχαίρι μέσα στην παλάμη του, έτσι που να το κρατάει σωστά, με τη μυτερή αιχμή ανασηκωμένη, παρατήρησε τη λαμπερή λάμα κι ένιωσε ότι η καρδιά του έχανε έναν χτύπο. Δεν υπήρχε ίχνος αίματος. Αν μη τι άλλο, θα έπρεπε να έχει μείνει έστω και μια κηλίδα, αλλά το ατσάλι στραφτάλιζε λαμπερό και πεντακάθαρο. Ίσως τρεις πληγές να μην ήταν αρκετές για να επιβραδύνουν αυτό το πλάσμα - ό,τι κι αν ήταν.
Διακινδύνευσε να ρίξει μια ματιά πάνω από τον ώμο του. Οι υπόλοιποι άντρες έβγαιναν από την πόρτα που είχαν ανοίξει, την πόρτα στην οποία τον είχαν οδηγήσει τα ίχνη που ανακάλυψε χτες, αλλά τα χέρια τους έμοιαζαν γεμάτα άχρηστα πράγματα, μικρούς και μισολιωμένους θώρακες, ένα βαρέλι με διάφορα αντικείμενα τυλιγμένα με ύφασμα, που εξείχαν από διάφορες τρύπες, ακόμα και μια σπασμένη καρέκλα κι έναν ραγισμένο καθρέφτη. Μάλλον είχαν πάρει εντολές να σηκώσουν τα πάντα. Δίχως να δώσουν την παραμικρή προσοχή στον Ματ, κίνησαν βιαστικά για την άλλη άκρη του διαδρόμου και χάθηκαν πίσω από μια γωνία. Ίσως υπήρχε κι άλλη σκάλα εκεί πέρα και να μπορούσε να τους ακολουθήσει από απόσταση. Ίσως... Λίγο πριν φτάσει στην πόρτα απ' όπου είχαν βγει, ο Βάνιν έκανε άλλη μια προσπάθεια να σηκωθεί, αλλά έπεσε πίσω. Ο Ματ συγκρατήθηκε για να μη βλαστημήσει. Αν επιχειρούσε να σύρει και τον Βάνιν, οι κινήσεις του θα επιβραδύνονταν αισθητά, αλλά με λίγη τύχη... η οποία τύχη δεν είχε σώσει την Ηλαίην, βέβαια, αλλά και πάλι... Με την άκρη του ματιού του την είδε να κινείται, ανασηκώνοντας ένα χέρι στο κεφάλι της.
Ο άντρας με την γκρίζα φορεσιά το πρόσεξε επίσης και, χαμογελώντας, στράφηκε προς το μέρος της.
Αναστενάζοντας, ο Ματ θηκάρωσε το άχρηστο μαχαίρι. «Δεν είναι δικιά σου», φώναξε. Υποσχέσεις. Με ένα τίναγμα, έσπασε το δερμάτινο λουρί από τον λαιμό του κι η ασημένια αλεπουδοκεφαλή αιωρήθηκε ένα πόδι κάτω από τη γροθιά του. Βόμβισε ελαφρά καθώς ο Ματ τη στριφογύρισε, σχηματίζοντας μια διπλή θηλιά. «Δεν θα την πάρεις ποτέ». Κίνησε μπροστά, με το μενταγιόν να περιστρέφεται στο χέρι του. Το πρώτο βήμα ήταν και το πιο δύσκολο, αλλά είχε μια υπόσχεση να τηρήσει.
Το χαμόγελο του τύπου έσβησε. Κοιτώντας με ανήσυχο βλέμμα την αστραφτερή αλεπουδοκεφαλή πισωπάτησε λίγα βήματα. Το ίδιο φως που έλαμπε πάνω στο περιστρεφόμενο ατσάλι, από το μοναδικό παράθυρο, σχημάτισε μία άλω γύρω του. Αν ο Ματ τον ανάγκαζε να οπισθοχωρήσει περισσότερο, θα μπορούσε να διαπιστώσει αν η πτώση από ύψος έξι ορόφων θα έφερνε το αποτέλεσμα που δεν είχε φέρει το μαχαίρι.
Με το στίγμα να διακρίνεται έντονο πάνω στο πρόσωπό του, ο τύπος συνέχισε να οπισθοχωρεί απλώνοντας τα χέρια του, λες και προσπαθούσε να αρπαχτεί από κάπου. Ξαφνικά, όρμησε απότομα από τη μια πλευρά και μπήκε σε ένα δωμάτιο, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Ο Ματ άκουσε τον ήχο της αμπάρας.
Ίσως θα έπρεπε να μη δώσει συνέχεια, αλλά, χωρίς δεύτερη σκέψη, σήκωσε το πόδι του και κλώτσησε δυνατά με την μπότα του, σημαδεύοντας το κέντρο της πόρτας. Η σκόνη αναπήδησε από το τραχύ ξύλο. Μια δεύτερη κλωτσιά, και τα σάπια στηρίγματα υποχώρησαν μαζί με τον σκουριασμένο μεντεσέ. Η πόρτα έσπασε κι απέμεινε να γέρνει.
Το δωμάτιο δεν ήταν εντελώς σκοτεινό. Αχνό φως έμπαινε μέσα, από το παράθυρο στην άλλη άκρη του διαδρόμου, μόλις μια πόρτα πιο μακριά, κι ένας σπασμένος τριγωνικός καθρέφτης, που ακουμπούσε τον απέναντι τοίχο, αντανακλούσε το φως αμυδρά. Ο καθρέφτης αυτός του επέτρεψε να δει τα πάντα χωρίς να μπει μέσα. Εκτός από αυτόν τον καθρέφτη κι από ένα κομμάτι καρέκλας, δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Τα μόνα ανοίγματα ήταν η είσοδος και μια ποντικότρυπα πλάι στον καθρέφτη, αλλά ο άντρας με το γκρίζο πανωφόρι είχε εξαφανιστεί.
«Ματ», ακούστηκε η αχνή φωνή της Ηλαίην. Βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο κι έτρεξε προς το μέρος της. Από κάτω ακούγονταν φωνές, αλλά η Νυνάβε κι οι υπόλοιποι θα έπρεπε προς το παρόν να φροντίσουν μόνοι τους τον εαυτό τους.
Η Ηλαίην προσπαθούσε να ανασηκωθεί, μορφάζοντας και κουνώντας το σαγόνι της, όταν γονάτισε πλάι της. Σκόνη κάλυπτε το φόρεμά της, και το καπέλο της είχε πάρει μια λοξή κλίση, ενώ μερικά από τα φτερά ήταν σπασμένα. Τα χρυσοκόκκινα μαλλιά της έμοιαζαν σαν κάποιος να την είχε σύρει τραβώντας την από αυτά. «Με χτύπησε ανελέητα», είπε η Ηλαίην με έναν μορφασμό πόνου. «Δεν νομίζω πως έσπασα τίποτα, αλλά...» Το βλέμμα της γαντζώθηκε στο δικό του κι ο Ματ είχε για πρώτη φορά την αίσθηση πως η γυναίκα αντίκριζε έναν ξένο. «Είδα πώς πολέμησες αυτόν τον άντρα, Ματ. Δεν διαφέρουμε και πολύ από κοτόπουλα κλεισμένα σε ένα κλουβί με μια νυφίτσα. Η διαβίβαση δεν τον αγγίζει. Οι ροές σβήνουν, όπως έγινε με το...» Ρίχνοντας μια ματιά στο μενταγιόν που κρεμόταν ακόμα από τη γροθιά του, πήρε μια βαθιά ανάσα που απάλυνε κάπως τα στρογγυλεμένα χαρακτηριστικά της. «Σ' ευχαριστώ, Ματ. Σου ζητώ συγγνώμη για οτιδήποτε έκανα ή σκέφτηκα για σένα». Από τον τόνο της φωνής της, μάλλον το εννοούσε. «Το τοχ μου απέναντι σου διαρκώς αυξάνεται». Χαμογέλασε θλιβερά. «Ωστόσο, δεν πρόκειται να σε αφήσω να με χτυπήσεις. Δεν θα με εμποδίσεις να σε σώσω, τουλάχιστον μία φορά, για να εξισορροπήσω τα πράγματα».