«Εντάξει, εντάξει, συνέχισε», είπε η Νυνάβε αδιάφορα. Είχε συγκεντρώσει το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής της, αν κι όχι όλο, στη γυναίκα που είχε μπροστά της. «Φαίνεται πως γνωρίζεις μερικά πράγματα που ακόμα κι εγώ... Θέλω να πω, είναι ενδιαφέρων ο τρόπος που χειρίζεσαι τις ροές. Υποψιάζομαι πως κάμποσες αδελφές θα θέλουν να διδαχτούν από σένα». Και συμπλήρωσε μέσα από τα δόντια της: «Ίσως τώρα με αφήσουν ήσυχη». Η Σουμέκο σίγουρα δεν είχε ακούσει την τελευταία παρατήρηση, αλλά όσα άκουσε ήταν αρκετά για να πέσει το σαγόνι της μέχρι το διόλου ευκαταφρόνητο στήθος της. Ωστόσο, δεν σταμάτησε στιγμή να κινεί τα χέρια της πάνω από την πεσμένη γυναίκα.
«Ηλαίην», συνέχισε η Νυνάβε, «μπορείς, σε παρακαλώ, να ψάξεις για το Κύπελλο; Μου φαίνεται πως πρέπει να είναι πίσω από εκείνη την πόρτα». Ένευσε προς τη σωστή πόρτα, η οποία ήταν ανοικτή όπως και τόσες άλλες. Ο Ματ βλεφάρισε και το βλέμμα του έπεσε σε δύο μικρούς μπόγους, τυλιγμένους με ύφασμα που ήταν πεσμένοι μπροστά της. Μάλλον θα είχαν πέσει από τους πλιατσικολόγους.
«Ναι», μουρμούρισε η Ηλαίην. «Αυτό, τουλάχιστον, μπορώ να το κάνω». Μισοσήκωσε το χέρι της προς το μέρος του Βάνιν, ο οποίος εξακολουθούσε να είναι πεσμένος στα γόνατα, αλλά το άφησε να πέσει με έναν αναστεναγμό και βγήκε από την πόρτα, από την οποία σηκώθηκε ένα σύννεφο σκόνης κι ακούστηκε βήξιμο.
Η παχουλή Σοφή δεν ήταν η μόνη που είχε ακολουθήσει τη Νυνάβε και τον Λαν. Η Ιέιν βάδιζε με αγέρωχο βήμα από τη σκάλα, εξαναγκάζοντας την Ταραμπονέζα Σκοτεινόφιλη να προχωρεί μπροστά, έχοντας λυγίσει το ένα της χέρι πίσω από την πλάτη της, ενώ με το άλλο την είχε γραπώσει από τον λαιμό. Το σαγόνι της Ιέιν ήταν σταθερό και το στόμα της κλεισμένο σφικτά. Το πρόσωπό της ήταν ένα μείγμα βεβαιότητας ότι θα την έγδερναν ζωντανή, επειδή είχε κακομεταχειριστεί μια Άες Σεντάι, κι αποφασιστικότητας να συνεχίσει να το κάνει ανεξάρτητα από τις πιθανές επιπτώσεις. Κάπως έτσι επηρέαζε μερικές φορές η Νυνάβε τους ανθρώπους. Η Μαύρη αδελφή είχε γουρλώσει τα μάτια της από τρόμο, και το κορμί της είχε καμπουριάσει τόσο, ώστε, αν δεν την κρατούσε γερά η Ιέιν, σίγουρα θα είχε πέσει. Προφανώς την είχαν θωρακίσει -σίγουρα- αλλά το ακόμα πιο σίγουρο ήταν πως θα προτιμούσε να την γδάρουν ζωντανή παρά να της συνέβαιναν όσα τής ήταν προορισμένα για καταδίκη. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της, ενώ το στόμα της τρεμούλιαζε με σιωπηλά αναφιλητά.
Πίσω τους ερχόταν ο Μπέσλαν, ο οποίος άφησε έναν θρηνητικό αναστεναγμό μόλις είδε το πτώμα του Ναλέσεν, κι έναν ακόμα πιο θρηνητικό όταν πρόσεξε τις γυναίκες. Ξοπίσω του, ακουλουθούσαν ο Χάρναν και τρεις ακόμα από τους Κοκκινόχερους, ο Φέργκιν, ο Γκόρντεραν κι ο Μέτγουιν, οι οποίοι βρίσκονταν στο μπροστινό μέρος του κτηρίου. Ο Χάρναν και δύο από τους άλλους είχαν ματωμένες εγκοπές πάνω στα πανωφόρια τους, αλλά μάλλον τους είχε γιατρέψει η Νυνάβε. Δεν κινούνταν, λες κι ήταν ακόμα τραυματίες. Έμοιαζαν κάπως υποταγμένοι.
«Τι έγινε εκεί πίσω;» ρώτησε σιγανά ο Ματ.
«Ιδέα δεν έχω», αποκρίθηκε ο Χάρναν. «Πέσαμε πάνω σε έναν ουλαμό νταβραντισμένων που κρατούσαν μαχαίρια, ενώ τριγύρω ήταν σκοτάδι. Ένας από αυτούς ήταν πιο ευκίνητος κι από φίδι...» Ανασήκωσε τους ώμους του κι άγγιξε αφηρημένα την αιματοβαμμένη τρύπα στο πανωφόρι του. «Κάποιος από δαύτους μου κάρφωσε ένα μαχαίρι στα πλευρά. Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι ξύπνησα κι είδα τη Νυνάβε Σεντάι να σκύβει από πάνω μου, ενώ ο Μεντέρ κι οι υπόλοιποι ήταν σωριασμένοι κάτω, νεκροί».
Ο Ματ ένευσε. Υπήρχε κάποιος που ήταν πιο ευκίνητος κι από φίδι και που μπαινόβγαινε με ευκολία στα διάφορα δωμάτια. Κοίταξε τριγύρω στον διάδρομο. Η Ρεάνε με την Ταμάρλα είχαν σηκωθεί όρθιες -ισιώνοντας τις φούστες τους, φυσικά — όπως κι ο Βάνιν που κοιτούσε προς το δωμάτιο όπου η Ηλαίην προφανώς συνέχιζε να καταριέται, αν και χωρίς καθόλου επιτυχία. Λόγω του έντονου βήχα, δεν μπορούσε να ακούσει καθαρά τι έλεγε. Η Νυνάβε προσπαθούσε να βοηθήσει τη Σιμπέλα, μια κάτισχνη ξανθή γυναίκα, ενώ η Σουμέκο ασχολούνταν ακόμα με τη Φαμέλ, με τα ωχρά μελένια μαλλιά και τα μεγάλα καστανά μάτια. Ο Ματ, ωστόσο, δεν επρόκειτο να θαυμάσει ποτέ ξανά το στήθος της Μελόρ. Η Ρεάνε γονάτισε για να της ισιώσει τα μέλη και να της κλείσει τα μάτια, ενώ η Ταμάρλα έκανε το ίδιο με την Τζανίρα. Δύο Σοφές νεκρές κι έξι από τους Κοκκινόχερους. Δολοφονημένοι από έναν... άντρα... που η Δύναμη δεν μπορούσε διόλου να επηρεάσει.
«Το βρήκα!» φώναξε η Ηλαίην ενθουσιασμένη. Βγήκε στον διάδρομο κρατώντας έναν πλατύ στρογγυλό μπόγο από σαπισμένο ύφασμα, χωρίς να αφήνει τον Βάνιν να της τον πάρει από τα χέρια. Καλυμμένη στα γκρίζα από την κορυφή μέχρι τα νύχια, έμοιαζε σαν να είχε κυλιστεί στη σκόνη. «Το Κύπελλο των Ανέμων είναι δικό μας, Νυνάβε!»