Выбрать главу

«Ιδέα δεν έχω», απάντησε ο Πέριν και στις δύο ερωτήσεις κι έπειτα από ένα λεπτό ο Ογκιρανός ένευσε απρόθυμα.

«Κάποιος πρέπει να μάθει πώς έχουν τα πράγματα και να ενεργήσει ανάλογα». Ο Λόιαλ έστρεψε το βλέμμα του βόρεια, πάνω από τις άμαξες που βρίσκονταν πίσω από τον Πέριν, κι αυτός κατάλαβε πως δεν μπορούσε να το αναβάλει άλλο.

Απρόθυμα, σπιρούνισε τον Γοργοπόδη. Θα προτιμούσε να ανησυχεί για τις Άες Σεντάι, τους Άσα'μαν και τις Σοφές μέχρι να του πέσουν τα μαλλιά, αλλά πρώτα έπρεπε να γίνουν κάποια πράγματα. Αναλογίστηκε πόσο όμορφα θα ήταν στο Ανώτατο Τσάσαλαϊν.

2

Η Αυλή του Σφαγέα

Αρχικά, ο Πέριν δεν κοίταξε προς την κάτω μεριά της πλαγιάς, εκεί που έπρεπε κανονικά να καλπάσει, εκεί που έπρεπε να βρίσκεται εκείνο το πρωινό με τον Ραντ. Αντίθετα, προχώρησε στην άκρη του κύκλου με τις άμαξες κι άφησε τη ματιά του να πλανηθεί ολόγυρα, παρ' όλο που το θέαμα τον αρρώσταινε. Ήταν σαν να τον είχαν χτυπήσει με σφυρί στην κοιλιά.

Κι αυτή η σφυριά ήταν δυνατή. Δεκαεννιά φρεσκοσκαμμένοι τάφοι στην κορυφή ενός επίπεδου λόφου, ανατολικά. Δεκαεννιά άντρες των Δύο Ποταμών που δεν θα ξανάβλεπαν τα σπίτια τους. Σπάνια ένας σιδηρουργός έβλεπε ανθρώπους να πεθαίνουν εξαιτίας δικών του αποφάσεων. Αν μη τι άλλο, οι άντρες των Δύο Ποταμών είχαν υπακούσει στις διαταγές του, αλλιώς οι τάφοι θα ήταν περισσότεροι. Κι άλλη δυνατή σφυριά. Τετράγωνα σκαμμένης γης κάλυπταν την επόμενη πλαγιά. Σχεδόν εκατό Μαγιενοί κι ακόμα περισσότεροι Καιρχινοί που είχαν έρθει στα Πηγάδια του Ντουμάι για να πεθάνουν. Οι λόγοι κι οι αιτίες δεν είχαν καμιά σημασία· είχαν ακολουθήσει τον Πέριν Αϋμπάρα. Τρίτη σφυριά. Η πρόσοψη της ράχης στα δυτικά, διάσπαρτη από τάφους, χίλιους και πλέον, έμοιαζε κι η ίδια ένας τεράστιος συμπαγής τάφος. Χίλιοι Αελίτες, θαμμένοι σε όρθια θέση για να αντικρίζουν την ανατολή. Χίλιοι από δαύτους. Κι ανάμεσά τους Κόρες. Οι νεκροί άντρες τού προκαλούσαν έναν κόμπο στο στομάχι· οι νεκρές γυναίκες τον έκαναν να θέλει να κλάψει. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του πως όλοι αυτοί είχαν έρθει εδώ οικειοθελώς, ότι έπρεπε να βρίσκονται εδώ. Κι οι δύο περιπτώσεις αλήθευαν, αλλά ήταν ο ίδιος που είχε δώσει τις διαταγές κι έτσι η ευθύνη για όλους αυτούς τους τάφους ήταν δική του. Ούτε του Ραντ, ούτε των Άες Σεντάι. Μονάχα δική του.

Οι επιζώντες Αελίτες είχαν πάψει τα μοιρολόγια τους μόλις πριν από λίγη ώρα, άσματα στοιχειωμένα, τραγουδισμένα τμηματικά, που κολλούσαν στο μυαλό.

Όνειρο είναι η ζωή - όπου σκιά δεν ξέρει Όνειρο είναι η ζωή — με πόνο το θρηνούν Ένα όνειρο - που απ’ αυτό ξύπνημα αποζητούνε Ένα όνειροπου όσοι ξυπνούν για μακριά κινούν.
Ποιος θα κοιμάταιαν αυγή καινούργια τον προσμένει; Ποιος θα κοιμάται - αν άνεμοι γλυκά πάλι φυσούν; Ένα όνειρο τελειώνει πια — σαν νέα μέρα φτάνει Ένα όνειρο - που όσοι ξυπνούν για μακριά κινούν.

Φαίνεται πως αυτά τα τραγούδια τούς έδιναν παρηγοριά. Ευχήθηκε να ένιωθε κι αυτός το ίδιο, αλλά, απ' όσο έβλεπε, οι Αελίτες δεν έμοιαζαν να νοιάζονται και πολύ για το αν ζούσαν ή πέθαιναν, κι αυτό ήταν παράλογο. Κάθε λογικός άνθρωπος θέλει να ζήσει. Κάθε λογικός άνθρωπος θα το έβαζε στα πόδια μπροστά στον ορυμαγδό της μάχης, θα έτρεχε μακριά όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Ο Γοργοπόδης τίναξε το κεφάλι του, με τα ρουθούνια διεσταλμένα από τις αναδυόμενες οσμές, κι ο Πέριν χτύπησε μαλακά τον λαιμό του καστανόχρωμου ζώου. Ο Άραμ μειδιούσε παρατηρώντας αυτό που ο Πέριν πάσχιζε να εμποδίσει. Το πρόσωπο του Λόιαλ ήταν τόσο ανέκφραστο, που θα έλεγες πως ήταν σκαλισμένο πάνω σε ξύλο. Τα χείλη του κινήθηκαν ελαφρά κι ο Πέριν νόμισε πως έπιασε κάποιες λέξεις. «Φως, είθε να μην ξαναδώ τέτοιο θέαμα». Τραβώντας στα πνευμόνια του μια βαθιά ανάσα, η ματιά του ακολούθησε τη δική τους, προς τα Πηγάδια του Ντουμάι.

Κατά κάποιον τρόπο, η κατάσταση δεν ήταν τόσο άσχημη όσο οι τάφοι -μερικούς από αυτούς τους ανθρώπους τούς ήξερε από παιδί- αλλά το σοκ ήταν άμεσο, λες κι η μυρωδιά που έμπαινε στα ρουθούνια του απέκτησε στερεή μορφή και τον χτύπησε ανάμεσα στα μάτια. Όλες αυτές οι αναμνήσεις που ήθελε να ξεχάσει ξεχύθηκαν μονομιάς. Τα Πηγάδια του Ντουμάι ήταν τόπος σφαγής, τόπος θανάτου, όμως τώρα τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα. Λιγότερο από ένα μίλι μακριά, τα καψαλισμένα απομεινάρια των αμαξών απλώνονταν γύρω από ένα μικρό δασύλλιο, κρύβοντας σχεδόν τον χαμηλό, πέτρινο περίβολο των πηγαδιών. Κι ολόγυρα...