Καθώς έκανε να φύγει, η Νυνάβε τον έπιασε από το μανίκι. «Τον νου σου στη θύελλα, Ματ. Θα ξεσπάσει σύντομα. Το ξέρω. Τα μάτια σου δεκατέσσερα, Ματ Κώθον, μ' ακούς; Η Τάυλιν θα σου δώσει οδηγίες πώς να έρθεις στη φάρμα μόλις βρεις τον Όλβερ».
Ο Ματ ένευσε κι έφυγε, ενώ τα ζάρια στο κεφάλι του απηχούσαν τα βιαστικά του βήματα. Άραγε, πότε έπρεπε να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα, κατά τη διάρκεια της έρευνας ή ενόσω θα έπαιρνε τις οδηγίες από την Τάυλιν; Κι αυτή η Νυνάβε με το Άκουσμα των Ανέμων της! Μήπως νόμιζε πως θα έλιωνε με λίγη βροχή; Παρεμπιπτόντως, από τη στιγμή που θα χρησιμοποιούσαν το Κύπελλο των Ανέμων, θα έβρεχε ξανά. Του φαινόταν πως πέρασαν χρόνια από τότε που είχε βρέξει για τελευταία φορά. Υπήρχε κάτι που κλωθογύριζε στη σκέψη του, κάτι σχετικά με τον καιρό και με την Ηλαίην, που όμως δεν έβγαζε νόημα, κι έτσι δεν του έδωσε περαιτέρω σημασία. Ένα πράγμα τη φορά, κι αυτό που προηγείτο όλων ήταν ότι έπρεπε να βρει τον Όλβερ.
Όλοι οι άντρες τον περίμεναν στους μακρόστενους θαλάμους των Κοκκινόχερων, κοντά στους στάβλους. Όλοι τους ήταν όρθιοι εκτός από τον Βάνιν, ο οποίος κειτόταν φαρδύς πλατύς σε ένα από τα κρεβάτια, με τα δάχτυλα διπλωμένα πάνω από την κοιλιά του. Ο Βάνιν ισχυριζόταν πως ο άνθρωπος έπρεπε να αναπαύεται σε κάθε ευκαιρία. Ωστόσο, μόλις μπήκε μέσα ο Ματ, φόρεσε τις μπότες του και σηκώθηκε. Νοιαζόταν για τον Όλβερ, όσο κι οι υπόλοιποι. Ο Ματ φοβόταν πως αυτός ο άντρας ήταν ικανός να διδάξει στο παιδί πώς να κλέβει άλογα κι αυγά φασιανών. Εφτά ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν έντονα πάνω στον Ματ.
«Η Ρισέλ μού είπε πως ο Όλβερ φοράει το κόκκινο πανωφόρι του», τους είπε. «Συνηθίζει να το δίνει από δω κι από κει, αλλά όποιο αλητάκι δείτε να φοράει κόκκινο πανωφόρι, είναι πιθανόν να γνωρίζει πού βρισκόταν την τελευταία φορά ο Όλβερ. Ο καθένας θα ακολουθήσει διαφορετική κατεύθυνση. Κινηθείτε κυκλικά της Πλατείας Μολ Χάρα και κοιτάξτε να είστε πίσω σε μια ώρα περίπου. Περιμένετε να γυρίσουν όλοι πριν ξεκινήσετε ξανά. Μ' αυτόν τον τρόπο, αν κάποιος τον ανακαλύψει πρώτος, οι υπόλοιποι δεν θα ψάχνουν μέχρι αύριο. Έγινα κατανοητός;» Όλοι τους ένευσαν καταφατικά.
Υπήρχαν φορές που έμενε εμβρόντητος. Ο ψηλόλιγνος ασπρομάλλης και μουστακαλής Θομ, που κάποτε ήταν εραστής μιας Βασίλισσας, πολύ πιο πρόθυμα απ' ό,τι ο Ματ, αν πίστευε κανείς τα μισά απ' όσα έλεγε. Ο Χάρναν με το θεληματικό σαγόνι και με τα τατουάζ στο μάγουλο αλλά και σε διάφορα άλλα σημεία του σώματος, που όλη του τη ζωή ήταν ένας απλός στρατιώτης. Ο Τζούιλιν, με τη ράβδο του από μπαμπού και τον ξιφοθραύστη περασμένο στον γοφό του, ο οποίος πίστευε ότι δεν διέφερε και πολύ από άρχοντα, αν κι η ιδέα να κουβαλάει επάνω του ένα σπαθί δεν του ήταν κι ιδιαίτερα ελκυστική. Ο χοντρός Βάνιν, που δίπλα του ο Τζούιλιν έμοιαζε με κοινό κόλακα. Ο κοκαλιάρης Φέργκιν κι ο Γκόρντεραν, πλατύστερνος σχεδόν όσο κι ο Πέριν, κι ο Μέτγουιν, του οποίου το ωχρό Καιρχινό πρόσωπο έμοιαζε με αγοριού, παρά το ότι ήταν αρκετά χρόνια μεγαλύτερος του Ματ. Μερικοί από αυτούς ακολουθούσαν τον Ματ Κώθον επειδή πίστευαν ότι είναι τυχερός, κι επειδή η τύχη του θα τους διατηρούσε ζωντανούς όταν τα σπαθιά δεν θα ήταν πια χρήσιμα, ενώ άλλοι τον ακολουθούσαν για λόγους αδιευκρίνιστους. Ούτε καν ο Θομ δεν είχε διαμαρτυρηθεί ποτέ για κάποια διαταγή του. Ίσως η Ρενάιλ ήταν κάτι παραπάνω από τυχερή. Ίσως η τα'βίρεν φύση του να ήταν από μόνη της επαρκής λόγος για να τον ρίξει σε φασαρίες. Ξαφνικά, ένιωσε... υπεύθυνος... για όλους αυτούς. Ήταν ένα πολύ άβολο συναίσθημα. Ο Ματ Κώθον κι η υπευθυνότητα δεν συμβάδιζαν. Ήταν αφύσικο.
«Προσοχή, και τα μάτια σας δεκατέσσερα», τους είπε. «Γνωρίζετε τι υπάρχει εκεί έξω. Έρχεται θύελλα». Αυτό, τώρα, γιατί το είχε πει; «Εμπρός, όσο υπάρχει φως ακόμα».
Ο άνεμος εξακολουθούσε να φυσάει δυνατός, σηκώνοντας σκόνη στην Πλατεία Μολ Χάρα, στην οποία δέσποζε το άγαλμα μιας νεκρής από καιρό βασίλισσας που πόζαρε πάνω από την πηγή, αλλά δεν υπήρχε καμία άλλη ένδειξη θύελλας. Η Ναριέν ήταν γνωστή για την τιμιότητά της, αλλά φαίνεται όχι αρκετά, γιατί αλλιώς δεν θα την απεικόνιζαν γυμνόστηθη. Ο απογευματινός ήλιος έκαιγε πάνω σε έναν εντελώς ασυννέφιαστο ουρανό, αλλά ο κόσμος πηγαινοερχόταν γοργά στην πλατεία, σαν να επρόκειτο για ένα ψυχρό πρωινό, κάτι που, είτε φυσούσε άνεμος είτε όχι, είχε πάψει να ισχύει στο έδαφος. Το λιθόστρωτο έμοιαζε με καυτό τηγάνι κάτω από τις μπότες του.
Ο Ματ έριξε μια αγριωπή ματιά στην άλλη άκρη της πλατείας, προς την Περιπλανώμενη Γυναίκα, και κατόπιν τράβηξε για το ποτάμι. Ο Όλβερ δεν συνήθιζε να απομακρύνεται με όλα αυτά τα αλητάκια τριγύρω, όσο έμεναν στο πανδοχείο. Του έφτανε να γλυκοκοιτάζει τις υπηρέτριες και τις κόρες της Σετάλε Ανάν. Κατά τα άλλα, τα ζάρια είχαν πει στον Ματ πως έπρεπε να μετακομίσει στο παλάτι. Οτιδήποτε έκανε από τότε που είχε φύγει -οτιδήποτε ήθελε να κάνει, διόρθωσε, αναλογιζόμενος τα μάτια και τα χέρια της Τάυλιν- θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει κι από εκεί. Τα ζάρια συνέχιζαν να στριφογυρίζουν κι ευχήθηκε όσο τίποτα άλλο να εξαφανιστούν.