Μία αναβράζουσα σκοτεινή θάλασσα, σχηματισμένη από δεκάδες χιλιάδες όργια, κοράκια και κουρούνες, κυμάτιζε, στροβιλιζόταν κι ησύχαζε ξανά, αποκρύβοντας την τσακισμένη γη, πράγμα για το οποίο ο Πέριν ήταν ευγνώμων. Οι μέθοδοι των Άσα'μαν ήταν κτηνώδεις. Κατέστρεφαν τόσο τη σάρκα, όσο και τη γη, με την ίδια αμεροληψία. Πολλοί Σάιντο είχαν πεθάνει ώστε να προλάβουν να θαφτούν σε κάτι λιγότερο από μερικές μέρες, αν υποθέσουμε ότι ενδιαφερόταν κάποιος να τους θάψει, κι έτσι τα όρνια και τα κοράκια βρήκαν την ευκαιρία για τσιμπούσι. Υπήρχαν και νεκροί λύκοι εκεί κάτω. Πολύ θα ήθελε να τους θάψει, αλλά δεν συνηθιζόταν ανάμεσα στους λύκους. Είχαν βρεθεί, επίσης, τρία κουφάρια Άες Σεντάι -φαίνεται πως η ικανότητα της διαβίβασης δεν είχε σταθεί ικανή να τις σώσει από τα ακόντια και τα βέλη του παροξυσμού της μάχης- καθώς και μισή ντουζίνα νεκροί Πρόμαχοι. Θάφτηκαν στο ξέφωτο, δίπλα στα πηγάδια.
Τα πουλιά δεν ήταν μόνα τους με τους νεκρούς. Τουναντίον. Μαυρόφτερα κύματα ορθώνονταν γύρω από τον Άρχοντα Ντομπραίν Τάμποργουιν και τους διακόσιους έφιππους Καιρχινούς πολεμιστές του, κι από τον Άρχοντα Υπολοχαγό Χάβιεν Νουρέλ με ό,τι περίσσεψε από τους Μαγενούς του, ξέχωρα από τους φρουρούς των Προμάχων. Οι Καιρχινοί αξιωματικοί που, εκτός από τον Ντομπραίν, διακρίνονταν από δύο λευκά διαμάντια σε μπλε φόντο, κι οι Μαγιενοί με την κόκκινη θωράκιση και τις πορφυρές λόγχες με τις σημαιούλες, έδιναν τη δική τους πολεμική παράσταση μέσα σε αυτό το μακελειό, αλλά ο Ντομπραίν δεν ήταν ο μόνος που κρατούσε ένα κομμάτι ύφασμα μπροστά στη μύτη του. Εδώ κι εκεί, όλο και κάποιος άντρας έσκυβε από τη σέλα προσπαθώντας να αδειάσει ένα -ήδη άδειο- στομάχι. Ο Μάζριμ Τάιμ, σχεδόν εξίσου ψηλός με τον Ραντ, ήταν πεζός, τυλιγμένος στον μαύρο μανδύα με τους χρυσογάλανους Δράκοντες που διακοσμούσαν τα μανίκια του, μαζί με εκατό ακόμα Άσα'μαν. Κάποιοι από αυτούς ξερνούσαν επίσης. Υπήρχαν ακόμα κάμποσες Κόρες, περισσότεροι σισβαϊ'αμάν απ ό,τι Καιρχινοί, Μαγιενοί κι Άσα'μαν μαζί, και μερικές δωδεκάδες Σοφές ακόμα, όλοι αυτοί σε περίπτωση που επέστρεφαν οι Σάιντο ή που κάποιοι από τους νεκρούς υποκρίνονταν, αν κι ο Πέριν πίστευε πως όποιος προσποιείτο το πτώμα θα έχανε γρήγορα τα λογικά του. Όλοι ήταν συγκεντρωμένοι γύρω από τον Ραντ.
Ο Πέριν έπρεπε να βρίσκεται εκεί κάτω με τους άντρες των Δύο Ποταμών. Ο Ραντ το είχε ζητήσει, είχε μιλήσει σχετικά με την εμπιστοσύνη που έτρεφε σε άντρες από την πατρίδα, αλλά ο Πέριν δεν είχε υποσχεθεί τίποτα. Θα αναγκαστεί να συμβιβαστεί για λογαριασμό μου, και μάλιστα καθυστερημένα, σκέφτηκε. Σε λίγο, μόλις θα κατάφερνε να ατσαλώσει τον εαυτό του και να κατέβει στην αυλή του σφαγέα. Μόνο που τα μαχαίρια των χασάπηδων δεν θέριζαν ανθρώπους κι ήταν καθαρότερα και πιο δίκαια από τα τσεκούρια κι από τα όρνια.
Οι μαυροντυμένοι Άσα'μαν χάθηκαν μέσα στον ωκεανό των πουλιών, θάνατος που τον κατάπινε ο θάνατος, ενώ τα αρπακτικά και τα κοράκια ξεχύνονταν κι έκρυβαν τους υπόλοιπους. Μόνο ο Ραντ παρέμενε όρθιος, με το κουρελιασμένο λευκό πουκάμισο που φορούσε, όταν κατέφθασε η διάσωση. Αν κι, εκείνη την ώρα, μόνο διάσωση δεν χρειαζόταν. Η εμφάνιση της Μιν, δίπλα στον Ραντ, με τον ανοιχτοκόκκινο χιτώνα και τα περιποιημένα παντελόνια, έκαναν τον Πέριν να μορφάσει. Το μέρος δεν ήταν κατάλληλο γι' αυτήν, ούτε και για κανέναν άλλον, αλλά, από τη στιγμή που είχε έρθει η διάσωση, παρέμεινε κοντά στον Ραντ περισσότερο ακόμα κι από τον Τάιμ. Με κάποιο τρόπο, ο Ραντ είχε καταφέρει να ελευθερώσει τόσο τον εαυτό του όσο και την ίδια αρκετή ώρα πριν εισβάλει ο Πέριν ή οι Άσα'μαν, κι ο Πέριν έβλεπε την παρουσία του Ραντ σαν τη μόνη οδό ασφαλούς διαφυγής.
Μερικές φορές, καθώς περιδιάβαινε σε αυτόν τον τόπο που είχε καταντήσει νεκροφυλακείο, ο Ραντ χτυπούσε χαϊδευτικά το χέρι της Μιν ή έσκυβε το κεφάλι του σαν να της μιλούσε, αν και μάλλον αφηρημένα. Σκοτεινά σύννεφα πουλιών θέριευαν γύρω τους· τα μικρότερα έφευγαν για να τραφούν κάπου αλλού και τα όρνια παραχωρρύσαν απρόθυμα έδαφος, ενώ κάποια από αυτά αρνούνταν να πετάξουν μακριά. Βάδιζαν προς τα πίσω, με τους άφτερους λαιμούς προτεταμένους και κρώζοντας προκλητικά. Πού και πού, ο Ραντ σταματούσε κι έσκυβε πάνω από κάποιο πτώμα. Άλλες φορές, φωτιά ξεχυνόταν από τα χέρια του κι έκαιγε κάποιο αρπακτικό που αρνιόταν να υποχωρήσει. Κάθε φορά, η Ναντέρα, που ηγείτο των Κορών, ή η Σούλιν, η αμέσως κατώτερη, λογομαχούσαν μαζί του. Το ίδιο έκαναν μερικές φορές κι οι Σοφές, κρίνοντας από τον τρόπο που τραβούσαν τη φορεσιά ενός πτώματος, λες κι ήθελαν να του υποδείξουν κάτι. Ο Ραντ ένευε και συνέχιζε την πορεία του, αν και δεν απέφευγε να ρίχνει ματιές πάνω από τους ώμους του. Μέχρι κάποιο άλλο κουφάρι να του τραβήξει την προσοχή.