Выбрать главу

«Μα τι κάνει;» ρώτησε απαιτητικά μια αλαζονική φωνή δίπλα στο γόνατο του Πέριν. Η οσμή της ήταν αρκετή για να καταλάβει ποια ήταν πριν ακόμα τη δει. Αγαλμάτινη και κομψή μέσα στο μεταξένιο πράσινο φόρεμα ιππασίας και τον λεπτό λινό χιτώνα που την προστάτευε από τη σκόνη, η Κιρούνα Νάτσιμαν ήταν η αδελφή του Βασιλιά Πάιταρ του Άραφελ και μία καθ' αυτό πανίσχυρη ευγενής. Το ότι είχε γίνει Άες Σεντάι δεν συνέβαλε αρκετά στο να μετριάσει τους τρόπους της. Απορροφημένος από τα όσα παρακολουθούσε, ο Πέριν δεν την είχε ακούσει να πλησιάζει. «Γιατί βρίσκεται εκεί κάτω; Δεν θα έπρεπε».

Δεν ήταν όλες οι Άες Σεντάι του στρατοπέδου αιχμάλωτες, κι όσες δεν ήταν είχαν να φανούν από χτες το πρωί. Συζητούσαν αναμεταξύ τους, υπέθεσε ο Πέριν, και προσπάθησε να φανταστεί τι είχε συμβεί με δαύτες. Ίσως προσπαθούσαν να βρουν κάποιο τρόπο να ξεγλιστρήσουν. Τώρα φαίνεται πως έκαναν μαζική έξοδο. Η Μπέρα Χάρκιν, άλλη μια Πράσινη, στεκόταν πλάι στην Κιρούνα. Είχε το παρουσιαστικό αγρότισσας, παρά το αγέραστο πρόσωπό της και το όμορφο μάλλινο φόρεμα. Ωστόσο, ήταν με τον τρόπο της εξίσου ακατάδεχτη όπως η Κιρούνα. Ήταν μια αγρότισσα που θα μπορούσε να διατάξει έναν βασιλιά να σκουπίσει τα πόδια του προτού μπει στο σπίτι της, και γρήγορα μάλιστα. Μαζί με την Κιρούνα ηγείτο των αδελφών που είχαν έρθει στα Πηγάδια του Ντουμάι ακολουθώντας τον Πέριν, αν κι η αρχηγία μπορεί να άλλαζε χέρια αναμεταξύ τους. Δεν ήταν πολύ ξεκάθαρο τι συνέβαινε, κάτι διόλου ασυνήθιστο με τις Άες Σεντάι.

Οι υπόλοιπες εφτά σχημάτιζαν μια αγέλη, όχι πολύ μακριά. Ήταν περήφανες λέαινες που δεν δείλιαζαν μπροστά σε τίποτα, ποτισμένες με τον αέρα της εξουσίας. Οι Πρόμαχοι τους ήταν παρατεταγμένοι πίσω τους κι, αν οι αδελφές ήταν η προσωποποίηση της ηρεμίας, οι Πρόμαχοι δεν άφηναν να φανεί το παραμικρό συναίσθημα. Ήταν παράταιροι· μερικοί φορούσαν εκείνους τους μανδύες που άλλαζαν χρώματα κι έκαναν κάποια μέρη του σώματος να εξαφανίζονται. Άσχετα, όμως, από το αν ήταν κοντοί ή ψηλοί, στιβαροί ή λεπτοκαμωμένοι, και μόνο που στέκονταν εκεί έμοιαζαν με τη βία έτοιμη να σπάσει τα δεσμά της.

Ο Πέριν γνώριζε καλά δύο από αυτές τις γυναίκες, τη Βέριν Μάθγουιν και την Αλάνα Μοσβάνι. Η Βέριν, κοντή και σθεναρή, σχεδόν μητρική με έναν αλλόκοτο τρόπο, όταν δεν σε παρατηρούσε σαν πουλί που κοιτάει το σκουλήκι, ανήκε στο Καφέ Άτζα. Η Αλάνα, λεπτοκαμωμένη κι αόριστα χαριτωμένη, αν και τελευταία η ματιά της έδειχνε καταβεβλημένη για κάποιο λόγο, ανήκε στο Πράσινο. Συνολικά, οι πέντε από τις εννέα ανήκαν στο Πράσινο. Κάποτε, αρκετό καιρό πριν, η Βέριν του είχε πει να μην εμπιστεύεται υπερβολικά την Αλάνα, κι αυτός πήρε τοις μετρητοίς τα λόγια της. Ωστόσο, δεν εμπιστευόταν ιδιαίτερα και καμία άλλη, συμπεριλαμβανομένης της Βέριν. Ούτε κι ο Ραντ τις εμπιστευόταν, παρά το ότι είχαν πολεμήσει στο πλευρό του χτες και παρά το τι είχε συμβεί στο τέλος. Ο Πέριν εξακολουθούσε να μην το πιστεύει, κι ας το έβλεπε μπροστά του.

Μια ντουζίνα Άσα'μαν ραχάτευαν δίπλα σε μια άμαξα, κάπου είκοσι βήματα αηόσταση από τις αδελφές. Ένας φαντασμένος τύπος ονόματι Τσαρλ Γκέντγουιν ήταν ο επικεφαλής τους σήμερα, ένας σκληροτράχηλος και κορδωμένος άντρας. Όλοι τους φορούσαν μια καρφίτσα με μορφή ασημένιου ξίφους στους μακρόστενους γιακάδες των πανωφοριών τους, ενώ άλλοι τέσσερεις ή πέντε, εκτός από τον Γκέντγουιν, είχαν έναν δράκοντα από χρυσοκόκκινο σμάλτο να στολίζει την άλλη μεριά. Ο Πέριν υπέθεσε πως είχε να κάνει με το βαθμό ή κάτι παρόμοιο. Είχε παρατηρήσει και τα δύο διακριτικά και σε μερικούς άλλους Άσα'μαν. Δεν ήταν ακριβώς φρουροί και κατάφερναν να βρίσκονται όπου ήταν η Κιρούνα κι οι υπόλοιπες. Απλώς, κινούνταν με το πάσο τους κι είχαν τα μάτια τους δεκατέσσερα. Οι Άες Σεντάι δεν τους πρόσεχαν, όχι τουλάχιστον με εμφανή τρόπο. Πάντως, οι αδελφές απέπνεαν δυσπιστία, αμηχανία κι οργή. Εν μέρει, σίγουρα θα ευθύνονταν οι Άσα’μαν.

«Λοιπόν;» Τα σκοτεινά μάτια της Κιρούνα άστραφταν από ανυπομονησία. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως τόσος πολύς κόσμος την είχε αφήσει να περιμένει.

«Δεν ξέρω», απάντησε ψέματα ο Πέριν, χτυπώντας χαϊδευτικά το λαιμό του Γοργοπόδη. «Ο Ραντ δεν μου τα λέει όλα».

Καταλάβαινε μερικά πράγματα -έτσι νόμιζε, τουλάχιστον — αλλά δεν σκόπευε να τα αποκαλύψει σε κανέναν. Αυτό ήταν δουλειά του Ραντ, αν τελικά το αποφάσιζε. Όποιον κι αν κοιτούσε ο Ραντ, ανήκε σε κάποια Κόρη, ο Πέριν δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία. Μια Κόρη Σάιντο το δίχως άλλο, αν και δεν ήταν σίγουρος κατά πόσον είχε σημασία για τον Ραντ. Χτες το βράδυ, είχε απομακρυνθεί από τις άμαξες, ψάχνοντας για λίγη απομόνωση, κι ενώ ο ήχος από τα γέλια των γεμάτων ζωή αντρών έσβηνε πίσω του, έπεσε πάνω στον Ραντ. Ο Αναγεννημένος Δράκοντας, που έκανε τον κόσμο να τρέμει, καθόταν κάτω, μονάχος στο σκοτάδι, με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από το κορμί του, και λικνιζόταν μπρος πίσω.