Выбрать главу

Στα μάτια του Πέριν, το φεγγάρι ήταν το ίδιο λαμπερό με τον ήλιο, αλλά εκείνη τη στιγμή το μόνο που επιθυμούσε ήταν απόλυτο σκοτάδι. Το πρόσωπο του Ραντ ήταν τραβηγμένο και συσπασμένο, πρόσωπο ανθρώπου που ήθελε να ουρλιάξει ή να ξεσπάσει σε λυγμούς, αλλά που καταπολεμούσε αυτή την τάση με κάθε ικμάδα του κορμιού του. Όποιο κόλπο κι αν γνώριζαν οι Άες Σεντάι για να κρατήσουν μακριά τη ζέστη, το ήξερε κι ο Ραντ με τους Άσα'μαν, αλλά δεν το χρησιμοποιούσε τώρα. Η νυχτερινή ζέστη ήταν αντάξια του καύσωνα μιας καλοκαιρινής μέρας κι ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπο του Ραντ και του Πέριν.

Δεν κοίταξε τριγύρω, παρ’ όλο που οι μπότες του Πέριν θρόισαν ηχηρά στο νεκρό γρασίδι. Μίλησε εξακολουθώντας να λικνίζεται, κι η φωνή του ήταν βραχνή. «Εκατόν πενήντα μία, Πέριν. Εκατόν πενήντα μία Κόρες πέθαναν σήμερα. Για μένα. Τους το υποσχέθηκα, βλέπεις. Μην πεις τίποτα! Σκάσε! Φύγε!» Παρά τον ιδρώτα, ο Ραντ ριγούσε. «Δεν φταις εσύ, Πέριν, δεν φταις εσύ. Βλέπεις, έπρεπε να κρατήσω τις υποσχέσεις μου, ανεξάρτητα από το πόσο σκληρές ήταν. Έπρεπε να κρατήσω την υπόσχεση που είχα δώσει στον εαυτό μου παρά το ότι με πλήγωσε τόσο πολύ».

Ο Πέριν προσπάθησε να μη σκέφτεται τη μοίρα των αντρών με την ικανότητα της διαβίβασης. Οι τυχεροί πέθαναν πριν τρελαθούν. Οι άτυχοι πέθαναν αφότου τρελάθηκαν. Άσχετα με το αν ο Ραντ θεωρείτο τυχερός ή άτυχος, τα πάντα εναπόκεινταν σε αυτόν. Τα πάντα. «Δεν ξέρω τι να πω, Ραντ, αλλά...»

Ο Ραντ δεν του έδωσε σημασία, σαν να μην τον άκουσε, και συνέχισε να λικνίζεται πίσω μπρος, πίσω μπρος. «Η Ισάν της Σέπτας Τζάρα των Αελιτών Τσαρήν πέθανε για μένα σήμερα. Η Τσουόντε, από το Κορφοβούνι της Ραχοκοκαλιάς του Μιαγκόμα πέθανε για μένα σήμερα. Η Αγκίριν του Νταράυν...»

Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να κάτσει οκλαδόν και να ακούει τον Ραντ να απαγγέλλει εκατόν πενήντα ένα ονόματα με φωνή κοφτή, γεμάτη πόνο. Άκουγε κι ήλπιζε. Ο Ραντ διατηρούσε ακόμα τα λογικά του.

Ωστόσο, είτε ο Ραντ παρέμενε λογικός είτε όχι, αν μια Κόρη που είχε έρθει για να πολεμήσει στο πλευρό του σκοτωνόταν με κάποιον τρόπο, ο Πέριν ήταν σίγουρος πως όχι μόνο θα την έθαβαν ευπρεπώς μαζί με τις άλλες στο κορφοβούνι, αλλά θα προσέθεταν και το εκατοστό πεντηκοστό δεύτερο όνομα στη λίστα. Κι αυτό δεν ήταν δουλειά της Κιρούνα. Οι αμφιβολίες του Πέριν δεν είχαν χώρο εδώ. Το θέμα ήταν απλό. Ο Ραντ έπρεπε πάση θυσία να παραμείνει λογικός. Φως, βοήθησέ μας!

Να με κάψει το Φως, έτσι ωμά που σκέφτομαι την κατάσταση, αναλογίστηκε ο Πέριν.

Με την άκρη του ματιού του είδε το σαρκώδες στόμα της να σφίγγεται για λίγο. Το να μην ξέρει τα πάντα τής άρεσε όσο και το να την κάνουν να περιμένει. Θα μπορούσε να είναι όμορφη, εκθαμβωτική θα έλεγε κανείς, αλλά η όψη της έδινε την εντύπωση γυναίκας συνηθισμένης να παίρνει αυτό που θέλει. Δεν ήταν ευερέθιστη· απλώς απόλυτα σίγουρη πως αυτό που ήθελε ήταν σωστό κι έπρεπε οπωσδήποτε να το κατακτήσει. «Με τόσες εκατοντάδες, χιλιάδες ίσως, όρνια και κοράκια μαζεμένα σε ένα σημείο, οι Μυρντράαλ σύντομα θα μάθουν τα καθέκαστα». Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει τον εκνευρισμό της. Τα λόγια της έμοιαζαν να υπονοούν πως ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για τα πουλιά που είχαν μαζευτεί εκεί. «Στις Μεθόριες τα σκοτώνουμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί δεν το κάνεις, αφού διαθέτεις τοξότες;»

Πράγματι, ήταν πιθανό πως καθένα από όλα αυτά τα κοράκια και τις κουρούνες υπηρετούσε ως κατάσκοπος τη Σκιά. Ο Πέριν αισθάνθηκε την αηδία να τον πλημμυρίζει. Αηδία και κόπωση. «Τι νόημα έχει;» Με τόσο πολλά πουλιά, όσα βέλη κι αν έριχναν οι άντρες των Δύο Ποταμών κι οι Αελίτες, όλο και κάποιος κατάσκοπος θα τη γλίτωνε για να δώσει αναφορά. Τις περισσότερες φορές δεν υπήρχε τρόπος να σιγουρευτείς αν ο κατάσκοπος ήταν το πουλί που είχες σκοτώσει ή αυτό που είχε πετάξει μακριά. «Αρκετή σφαγή δεν είδαν τα μάτια μας; Σύντομα θα δούμε κι άλλη. Μα το Φως, γυναίκα, ακόμα κι οι Άσα'μαν χόρτασαν αίμα!»

Τα φρύδια μερικών αδελφών σε μια παρακείμενη παρέα ανασηκώθηκαν. Κανείς δεν μιλούσε με αυτόν τον τρόπο σε μία Άες Σεντάι, ακόμη κι ένας βασιλιάς ή μια βασίλισσα. Η ματιά που του έριξε η Μπέρα σήμαινε ότι πολύ θα ήθελε να τον πετάξει από τη σέλα και να του τραβήξει το αυτί. Ωστόσο, βλέποντας το χάλι που επικρατούσε κάτω, η Κιρούνα ίσιωσε τη φούστα της με πρόσωπο ψυχρά αποφασιστικό. Τα αυτιά του Λόιαλ τρεμούλιασαν. Έτρεφε βαθύ σέβας για τις Άες Σεντάι, αν κι ανησυχούσε πολύ. Σχεδόν δύο φορές ψηλότερος από τις περισσότερες αδελφές, υπήρχαν φορές που συμπεριφερόταν με τρόπο που κανείς δεν του έδινε σημασία.