Ο Πέριν δεν έδωσε την ευκαιρία στην Κιρούνα να συνεχίσει. Κάνε πως δίνεις θάρρος σε μια Άες Σεντάι, κι αυτή θα σε εκμεταλλευτεί για τα καλά, αν δεν αποφασίσει να σε εκμεταλλεύεται για πάντα. «Με απέφευγες μέχρι τώρα, αλλά υπάρχουν μερικά πραγματάκια που θα ήθελα να σου πω. Χτες παράκουσες διαταγές. Αν εσύ θες», συνέχισε, όταν εκείνη άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, «να το αποκαλείς αυτό αλλαγή σχεδίου και πιστεύεις ότι είναι προτιμότερο, αποκάλεσέ το». Η ίδια μαζί με τις υπόλοιπες οκτώ είχαν διαταχτεί να παραμείνουν με τις Σοφές, επιτηρούμενες από τους άντρες των Δύο Ποταμών και τους Μαγιενούς, και να μην ανακατευτούν με τη μάχη. Αντί γι' αυτό, όμως, βούτηξαν για τα καλά σ' αυτή και βρέθηκαν ανάμεσα σε άντρες που προσπαθούσαν να πετσοκόψουν ο ένας τον άλλον χρησιμοποιώντας ξίφη κι ακόντια. «Πήρες μαζί σου τον Χάβιεν Νουρέλ με αποτέλεσμα να πεθάνουν οι μισοί Μαγιενοί. Δεν θα κάνεις πια του κεφαλιού σου. Δεν έχω καμιά όρεξη να βλέπω τους άντρες μου να πεθαίνουν επειδή εσύ νόμισες πως βρήκες έναν καλύτερο τρόπο, και όσοι έχουν άλλη γνώμη να πάνε στον Σκοτεινό. Με κατάλαβες;»
«Τελείωσες, αγροτόπαιδο;» Η φωνή της Κιρούνα ήταν επικίνδυνα ήρεμη. Το πρόσωπο που έστρεψε προς το μέρος του θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν σκαλισμένο σε μαύρο πάγο κι είχε την αποφορά της ύβρης. Παρ' όλο που πατούσε στο έδαφος, έμοιαζε σαν να τον κοιτούσε από ψηλά, κι αυτό δεν ήταν κόλπο των Άες Σεντάι. Είχε προσέξει πως το εφάρμοζε κι η Φάιλε και θεωρούσε πως το ήξεραν οι περισσότερες γυναίκες. «Θα σου πω κάτι, παρ' όλο που θα μπορούσε να το συμπεράνει ο οποιοσδήποτε με μέσο όρο ευφυΐας. Με βάση τους Τρεις Όρκους, καμιά αδελφή δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τη Μία Δύναμη ως όπλο παρά μονάχα απέναντι στους Σκιογέννητους, ή για να υπερασπίσει τη ζωή τη δική της, του Προμάχου της ή κάποιας άλλης αδελφής. Θα μπορούσαμε να μην έχουμε μετακινηθεί από εκεί που μας είπες και να παρακολουθούμε μέχρι την Τάρμον Γκάι'ντον χωρίς να παρέμβουμε αποτελεσματικά, όχι τουλάχιστον μέχρι να απειληθούμε οι ίδιες. Δεν μου αρέσει να εξηγώ τις πράξεις μου, αγροτόπαιδο. Μη με αναγκάσεις να το ξανακάνω. Εσύ με κατάλαβες;»
Τα αυτιά του Λόιαλ ζάρωσαν και κοίταξε ίσια μπροστά, τόσο έντονα που ήταν προφανές ότι ευχήθηκε να βρισκόταν κάπου αλλού τη συγκεκριμένη στιγμή, ακόμα και με τη μάνα του που ήθελε να τον παντρέψει. Το στόμα του Άραμ κρεμόταν χαλαρό κι, όπως πάντα, προσπαθούσε να προσποιηθεί ότι οι Άες Σεντάι δεν τον εντυπωσίαζαν διόλου. Ο Τζόνταϊν κι ο Τοντ κατέβηκαν κάπως απρόσεκτα από τους τροχούς των αμαξών. Ο Τζόνταϊν απομακρύνθηκε σουλατσάροντας κι ο Τοντ άρχισε να τρέχει, κοιτώντας πάνω από τον ώμο του.
Η εξήγηση της φάνταζε λογική και, πιθανότατα, ήταν αλήθεια. Με βάση τους Τρεις Όρκους ήταν όντως αλήθεια, αλλά υπήρχαν παραθυράκια, λες κι ένα μέρος της αλήθεια έμενε κρυμμένο πίσω από μισόλογα. Οι αδελφές θα μπορούσαν κάλλιστα να κινδυνεύσουν και να αναγκαστούν να χρησιμοποιήσουν τη Δύναμη ως όπλο, αλλά ο Πέριν θα στοιχημάτιζε πως ο απώτερος σκοπός τους ήταν να προλάβουν να βάλουν στο χέρι τον Ραντ. Το τι θα επακολουθούσε μονάχα να υποθέσει μπορούσε κανείς, αλλά ήταν σίγουρος πως στα σχέδιά τους δεν είχαν προβλέψει όσα συνέβησαν.
«Έρχεται», είπε ο Λόιαλ ξαφνικά. «Κοιτάξτε! Έρχεται ο Ραντ».
Αμέσως μετά η φωνή του έγινε ψίθυρος και πρόσθεσε: «Πρόσεχε, Πέριν». Για Ογκιρανό, ο συγκεκριμένος τόνος φωνής όντως ισοδυναμούσε με ψίθυρο. Ο Άραμ κι η Κιρούνα πιθανότατα τον άκουσαν καθαρά, ίσως κι η Μπέρα, αλλά κανένας άλλος. «Δεν σου υποσχέθηκαν τίποτα!» Η φωνή του έγινε ξανά ο γνωστός βρόντος. «Πιστεύεις ότι θα μου αποκαλύψει κάποιες λεπτομέρειες για το τι συνέβη στο στρατόπεδο; Για το βιβλίο μου, δηλαδή, όχι τίποτα άλλο». Έγραφε ένα βιβλίο σχετικά με τον Αναγεννημένο Δράκοντα, ή, τουλάχιστον, κρατούσε κάποιες σημειώσεις. «Η αλήθεια είναι πως δεν είδα και πολλά από τη στιγμή που... που ξεκίνησε η μάχη». Στην κορύφωσή της, είχε βρεθεί στο πλευρό του Πέριν, κραδαίνοντας έναν πέλεκυ με λαβή μακρόστενη όσο σχεδόν και το ύψος του. Δεν είναι και πολύ εύκολο να κρατάς σημειώσεις όταν πασχίζεις να κρατηθείς ζωντανός καταμεσής της μάχης. Ακούγοντας κανείς τον Λόιαλ, θα νόμιζε πως πάντα βρισκόταν κάπου αλλού όταν τα πράγματα σοβάρευαν. «Εσύ, Κιρούνα Σεντάι, πιστεύεις πως θα μου αποκαλύψει κάτι;»
Η Κιρούνα κι η Μπέρα αντάλλαξαν ματιές. Κατόπιν, αμίλητες, κίνησαν προς το σημείο όπου βρίσκονταν η Βέριν κι οι υπόλοιπες. Ο Λόιαλ τις κοίταξε καθώς απομακρύνονταν κι αναστέναξε βαριά. Η ανάσα του έμοιαζε με άνεμο που πνέει μέσα από σπηλιές.