«Άρχοντα Δράκοντα», είπε ο Τάιμ, σαν να έκανε φραστική επίθεση στο προφανές, «είσαι σίγουρος πως θα ήθελες οι Άες Σεντάι να τεθούν επικεφαλής όλων όσων εμπιστεύεσαι, όλων όσων ξέρουν καλά πώς να τις χειριστούν, κι ακόμα καλύτερα απ' όλους...»
«Φτάνει!» ούρλιαξε ο Ραντ.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν ακαριαία, αλλά οι αντιδράσεις εντελώς διαφορετικές. Ο Τάιμ έμεινε ανέκφραστος, αν κι απέπνεε οργή. Η Άμυς με τη Σορίλεα αντάλλαξαν ματιές και τακτοποίησαν σχεδόν ταυτόχρονα τις εσάρπες τους. Οι οσμές που εξέπεμπαν ήταν όμοιες και συναγωνίζονταν σε ατόφια αποφασιστικότητα τα πρόσωπά τους. Ήταν αποφασισμένες να πάρουν αυτό που ήθελαν, άσχετα τι θα έλεγε ο Καρ'α'κάρν. Ματιές ανταλλάχτηκαν επίσης μεταξύ της Κιρούνα και της Μπέρα, τόσο έντονες ώστε ο Πέριν ευχήθηκε να μπορούσε να τις κατανοήσει κατά τον ίδιο τρόπο που η μύτη του διάβαζε τις οσμές. Τα μάτια του έβλεπαν δύο γαλήνιες Άες Σεντάι, με απόλυτο έλεγχο πάνω στον εαυτό τους και σε οτιδήποτε άλλο επιθυμούσαν να εξουσιάσουν. Η μύτη του, όμως, οσμιζόταν δύο ανήσυχες κι αρκετά φοβισμένες γυναίκες. Όσον αφορά τον Τάιμ, ήταν σίγουρος. Φαίνεται πως πίστευαν ακόμα ότι -με τον έναν ή τον άλλον τρόπο- μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα με τον Ραντ και με τις Σοφές, αλλά ο Τάιμ κι οι Άσα'μαν ήταν αρκετοί για να φωλιάσει μέσα τους ο φόβος του Φωτός.
Η Μιν τράβηξε το μανίκι του Ραντ. Με μια ματιά μπορούσε να μελετήσει τον κάθε παριστάμενο κι η οσμή της απέπνεε την ίδια ανησυχία με αυτή των αδελφών. Ο Ραντ τής χτύπησε καθησυχαστικά το χέρι, κοιτώντας με σκληρό βλέμμα τούς υπόλοιπους, συμπεριλαμβανομένου του Πέριν, κι έπειτα άνοιξε το στόμα του. Όλοι στο στρατόπεδο παρακολουθούσαν εναγωνίως, από τους άντρες των Δύο Ποταμών μέχρι τις αιχμάλωτες Άες Σεντάι, αν και μονάχα λίγοι Αελίτες στέκονταν κάπως κοντά ώστε να ακούνε. Ο κόσμος μπορεί να παρακολουθούσε τον Ραντ, αλλά είχε την τάση να μένει κάπως παράμερα, ει δυνατόν.
«Οι Σοφές θα αναλάβουν τις αιχμάλωτες», είπε τελικά ο Ραντ, κι από τη Σορίλεα ξεχύθηκε μια οσμή ικανοποίησης που ανάγκασε τον Πέριν να σουφρώσει τη μύτη του. Ο Τάιμ κούνησε το κεφάλι του απεγνωσμένος, αλλά ο Ραντ τον πρόλαβε προτού μιλήσει. Είχε χώσει τον αντίχειρά του πίσω από την πόρπη τού ζωστήρα τού ξίφους του, η οποία απεικόνιζε έναν εγχάρακτο επιχρυσωμένο Δράκοντα, κι οι αρθρώσεις του είχαν ασπρίσει από το σφίξιμο. Το άλλο του χέρι ήταν ακουμπισμένο πάνω στη λαβή του ξίφους του, φτιαγμένη από προβιά κάπρου. «Οι Άσα'μαν υποτίθεται ότι εκπαιδεύουν και στρατολογούν, δεν στέκονται απλοί φρουροί, ειδικά όσον αφορά στις Άες Σεντάι». Ο Πέριν αισθάνθηκε να ανατριχιάζει όταν αντιλήφθηκε το άρωμα που ξεχυνόταν από τον Ραντ καθώς κοιτούσε τον Τάιμ. Μίσος ανακατεμένο με φόβο. Μα το Φως, έπρεπε να στέκει καλά στα μυαλά του.
Ο Τάιμ ένευσε κοφτά κι απρόθυμα. «Όπως προστάζεις, Άρχοντα Δράκοντα». Η Μιν έριξε μια ανήσυχη ματιά προς το μέρος του μαυροφορεμένου άντρα και πλησίασε περισσότερο τον Ραντ.
Η Κιρούνα απέπνεε ανακούφιση και, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στην Μπέρα, ορθώθηκε αποφασιστική και πεισματάρα. «Αυτές οι Αελίτισσες έχουν κάποια αξία -μερικές θα τα κατάφερναν μια χαρά, αν έρχονταν στον Πύργο- αλλά δεν μπορείς έτσι απλά να τους παραδώσεις τις Άες Σεντάι. Είναι ανήκουστο! Η Μπέρα Σεντάι κι εγώ θα...»
Ο Ραντ ανασήκωσε το χέρι του και τα λόγια της κόπηκαν μαχαίρι. Ίσως έφταιγε το βλέμμα του, γκριζογάλανο και πέτρινο. Ή ίσως αυτό το οποίο φάνηκε καθαρά μέσα από το σκισμένο του μανίκι, ένας από τους χρυσοκόκκινους Δράκοντες που τυλίγονταν γύρω από τα μπράτσα του. Ο Δράκοντας στραφτάλιζε στο ηλιόφως. «Ορκίζεσαι πίστη σε μένα;» Η Κιρούνα γούρλωσε τα μάτια της, λες κι είχε δεχτεί δυνατή γροθιά στο στομάχι.
Ύστερα από ένα λεπτό συγκατένευσε, αν κι απρόθυμα. Έμοιαζε εξίσου δύσπιστη τώρα όπως προχτές, όταν προς το τέλος της μάχης είχε γονατίσει δίπλα στα πηγάδια κι είχε ορκιστεί στο Φως και στην ελπίδα για τη σωτηρία κι αναγέννηση της ψυχής της να υπακούει τον Αναγεννημένο Δράκοντα και να τον υπηρετεί μέχρι την έλευση και παρέλευση της Τελευταίας Μάχης. Ο Πέριν καταλάβαινε πολύ καλά πόσο σοκαρισμένη ένιωθε. Ακόμα και χωρίς τους Τρεις Όρκους, θα αμφέβαλλε για τις ίδιες του τις αναμνήσεις, αν η γυναίκα αρνιόταν. Εννέα Άες Σεντάι γονυπετείς, να ακούνε έντρομες τα λόγια που έβγαιναν από τα ίδια τους τα στόματα, με έντονες αναθυμιάσεις δυσπιστίας. Τώρα το στόμα της Μπέρα είχε ζαρώσει, λες κι είχε δαγκώσει χαλασμένο δαμάσκηνο.
Ένας Αελίτης τούς πλησίασε, ένα ψηλός άντρας περίπου στο ύψος του Ραντ, με πρόσωπο ψημένο και γκρίζες τούφες στα κοκκινόμαυρα μαλλιά του. Ένευσε προς το μέρος του Πέριν κι άγγιξε ελαφρά το χέρι της Άμυς η οποία, σε ανταπόδοση, έσφιξε φευγαλέα το δικό του. Ο Ρούαρκ ήταν ο σύζυγός της, αλλά οι Αελίτες δεν συνήθιζαν να δείχνουν τη στοργή τους μπροστά σε άλλους. Ήταν επίσης αρχηγός φυλής των Αελιτών Τάαρταντ —αυτός κι ο Γκαούλ ήταν οι μόνοι άντρες που δεν φορούσαν τον κεφαλόδεσμο των σισβαϊ'αμάν- κι από χτες το βράδυ, με την ισχυρή συνοδεία χιλίων ακόμα λογχών, είχε βγει για ανίχνευση.