Выбрать главу

Ακόμα κι ένας τυφλός, σε κάποια άλλη χώρα, θα μπορούσε να διαισθανθεί την ψυχική διάθεση του Ραντ, κι ο Ρούαρκ δεν ήταν ηλίθιος. «Είναι κατάλληλη η στιγμή, Ραντ αλ'Θόρ;» Όταν ο Ραντ τού ένευσε πως μπορούσε να μιλήσει, ο άντρας συνέχισε. «Τα παλιόσκυλα οι Σάιντο το σκάνε ανατολικά, τρέχοντας με τα τέσσερα. Είδα έφιππους άντρες με πράσινους μανδύες στον Βορρά, αλλά μας απέφυγαν. Είπες πως ήταν καλύτερα να τους αφήσουμε να φύγουν, εκτός κι αν μας προξενούσαν πρόβλημα. Έχω την εντύπωση πως κυνηγάνε όποια Άες Σεντάι γλίτωσε. Υπήρχαν κάμποσες γυναίκες μαζί τους». Ψυχρά γαλάζια μάτια κοίταξαν τις δύο Άες Σεντάι με βλέμμα σκληρό σαν αμόνι. Κάποτε, ο Ρούαρκ είχε χαλαρές σχέσεις με τις Άες Σεντάι -όπως κι οποιοσδήποτε Αελίτης- αλλά όλα αυτά είχαν πάρει τέλος χτες, αν όχι και πρωτύτερα.

«Αυτά είναι καλά νέα. Και τι δεν θα έδινα για να έχω την Γκαλίνα, αλλά, ούτως ή άλλως, τα νέα είναι καλά». Ο Ραντ άγγιξε ξανά τη λαβή του ξίφους του και χαλάρωσε τη λάμα μέσα στο μαύρο θηκάρι. Η πράξη του έμοιαζε ασυνείδητη. Η Γκαλίνα, του Κόκκινου Άτζα, ήταν επικεφαλής των αδελφών που τον κρατούσαν αιχμάλωτο και, μολονότι σήμερα πρόφερε ήρεμα το όνομά της, χτες ήταν έξαλλος επειδή η γυναίκα είχε κατορθώσει να το σκάσει. Ωστόσο, αυτή η ηρεμία ήταν παγερή και φαινόταν να κρύβει μια υποβόσκουσα οργή. Η οσμή που απέπνεε έκανε το δέρμα του Πέριν να ανατριχιάσει. «Θα το πληρώσουν. Όλοι τους». Δεν ήταν ξεκάθαρο αν ο Ραντ εννοούσε τους Σάιντο, τις Άες Σεντάι που είχαν δραπετεύσει ή αμφότερους.

Η Μπέρα κούνησε ανήσυχη το κεφάλι της κι ο Ραντ έστρεψε την προσοχή του ξανά προς εκείνη και την Κιρούνα. «Ορκιστήκατε πίστη και σας έχω εμπιστοσύνη». Ύψωσε το χέρι του, με τον αντίχειρα και το δείκτη σχεδόν να αγγίζονται για να δείξει την έκταση της εμπιστοσύνης του. «Οι Άες Σεντάι πάντα ξέρουν καλύτερα από τους άλλους, ή έτσι νομίζουν τουλάχιστον. Έτσι, σας εμπιστεύομαι να εκτελείτε τις προσταγές μου, αν και δεν θα μπορείτε ούτε μπάνιο να κάνετε χωρίς την άδειά μου. Ή χωρίς την άδεια μιας Σοφής».

Αυτή τη φορά ήταν η σειρά της Μπέρα να μείνει εμβρόντητη. Τα ανοιχτοκάστανα μάτια της στράφηκαν προς το μέρος της Άμυς και της Σορίλεα, υποδηλώνοντας έκπληξη κι αγανάκτηση, κι η Κιρούνα κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να μη δείξει την ίδια αντίδραση. Οι δύο Σοφές μετακίνησαν τις εσάρπες τους, αλλά οι οσμές που απέπνεαν ήταν πανομοιότυπες. Η ευχαρίστηση ξεπηδούσε από μέσα τους σαν κύμα, αλλά ήταν μια πολύ ζοφερή ευχαρίστηση. Ο Πέριν σκέφτηκε πως ήταν ευτύχημα που οι Άες Σεντάι δεν διέθεταν την ικανότητα της μύτης του, αλλιώς ή θα κήρυτταν διαρκώς τον πόλεμο από δω κι από κει ή θα έτρεχαν να ξεφύγουν, κι ας πήγαινε στην ευχή η αξιοπρέπεια. Ίσως αυτό να έπρεπε να είχε κάνει κι ο ίδιος.

Ο Ρούαρκ στεκόταν άπρακτος λίγο πιο κει, παρατηρώντας τη μυτερή άκρη μιας μικρής λόγχης του. Αυτές ήταν δουλειές των Σοφών κι, όπως έλεγε πάντα, δεν τον ενδιέφερε τι έκαναν οι Σοφές αρκεί να μην ανακατεύονταν στα εσωτερικά των αρχηγών των φυλών. Ο Τάιμ όμως... Ήταν ο ορισμός της αδιαφορίας. Είχε σταυρώσει τα χέρια του και κοίταζε γύρω στο στρατόπεδο με μια έκφραση βαρεμάρας. Η οσμή του ωστόσο ήταν παράξενη, περίπλοκη. Ο Πέριν θα έπαιρνε όρκο πως ήταν ικανοποιημένος και σε καλύτερη διάθεση από πριν.

«Ο όρκος που πήραμε», είπε τελικά η Μπέρα, τοποθετώντας τα χέρια της στους ευμεγέθεις γοφούς της, «είναι αρκετός για να κρατάει δέσμιο τον καθένα εκτός από κάποιον Σκοτεινόφιλο». Ο στρυφνός τρόπος που πρόφερε τη λέξη ‘όρκος’ ήταν εξίσου παγερός με την προφορά της λέξης "Σκοτεινόφιλος". Όχι, ήταν φως φανάρι πως δεν τους άρεσε ο όρκος που πήρανε. «Τολμάς να μας κατηγορείς...;»

«Αν το πίστευα αυτό», την έκοψε απότομα ο Ραντ, «θα είχατε πάρει το δρόμο για τον Μαύρο Πύργο, παρέα με τον Τάιμ. Ορκιστήκατε να υπακούτε. Υπακούστε λοιπόν!»

Για μια παρατεταμένη στιγμή η Μπέρα δίστασε αλλά, αμέσως μετά, το παρουσιαστικό της έγινε ηγεμονικό από την κορυφή μέχρι τα νύχια, όπως οποιασδήποτε Άες Σεντάι, κι αυτό κάτι σήμαινε. Μια Άες Σεντάι ήταν ικανή να κάνει μια βασίλισσα να φαίνεται ατημέλητη. Η γυναίκα έκανε μια ελαφριά υπόκλιση, σκύβοντας στρυφνά το κεφάλι της λίγα εκατοστά.

Από την άλλη μεριά, η Κιρούνα προσπαθούσε φανερά να αυτοσυγκρατηθεί, αλλά η ηρεμία που επέδειξε ήταν εύθρυπτη όπως η φωνή της. «Άρα, πρέπει να ζητήσουμε άδεια από τις άξιες αυτές Αελίτισσες για να σε ρωτήσουμε αν επιθυμείς να Θεραπευτείς; Γνωρίζω πως η Γκαλίνα σε μεταχειρίστηκε άσχημα. Γνωρίζω πως όλο σου το κορμί έχει σημάδια από το βούρδουλα. Δέξου τη Θεραπεία. Σε παρακαλώ». Ακόμα και το «σε παρακαλώ» έμοιαζε περισσότερο με διαταγή.