Η Μιν αναδεύτηκε στο πλευρό του Ραντ. «Θα έπρεπε να ήσουν ευγνώμων γι' αυτό, όπως ήμουν κι εγώ, βοσκέ. Δεν σου αρέσει ο πόνος. Κάποιος πρέπει να το κάνει, αλλιώς...» Χαμογέλασε σκανταλιάρικα, θυμίζοντας στον Πέριν τη Μιν που είχε δει πριν ακόμα την απαγάγουν. «...Αλλιώς δεν θα μπορείς πια να κάτσεις στη σέλα».
«Μερικές φορές, οι νεαροί κι οι ηλίθιοι», είπε ξαφνικά η Ναντέρα, χωρίς να απευθύνεται σε κανέναν συγκεκριμένα, «αντέχουν στον πόνο μόνο και μόνο για να επιδεικνύουν την υπερηφάνειά τους. Και την ηλιθιότητά τους».
«Ο Καρ'α'κάρν», ανταπάντησε ξερά η Σούλιν, επίσης χωρίς να απευθύνεται σε κάποιον, «δεν είναι ηλίθιος. Έτσι νομίζω, τουλάχιστον».
Ο Ραντ ανταπέδωσε ένα στοργικό χαμόγελο στη Μιν και κοίταξε πικρόχολα τη Ναντέρα και τη Σούλιν, αλλά η ματιά που έριξε στην Κιρούνα ήταν, για άλλη μια φορά, πέτρινη. «Πολύ καλά». Η γυναίκα κίνησε προς το μέρος του, αλλά τη σταμάτησε. «Δεν θα το κάνεις εσύ», πρόσθεσε. Το πρόσωπό της έγινε τόσο δύσκαμπτο που θα έλεγες πως ήταν έτοιμο να ραγίσει. Το στόμα του Τάιμ συστράφηκε σε ένα πικρό ημιχαμόγελο κι έκανε ένα βήμα προς το μέρος του Ραντ. Αυτός, χωρίς να αποτραβήξει τη ματιά του από την Κιρούνα, έδειξε με το χέρι κάπου πίσω του. «Θα το κάνει αυτή. Έλα, Αλάνα».
Ο Πέριν ξαφνιάστηκε. Ο Ραντ είχε δείξει προς τη μεριά της Αλάνα χωρίς να της ρίξει ούτε μια ματιά. Κάποια υποψία αναδεύτηκε στο μυαλό του, αλλά ήταν πολύ αόριστη για να την αντιληφθεί πλήρως. Έμοιαζε να περιλαμβάνει και τον Τάιμ επίσης. Το πρόσωπο του άντρα έγινε μια ήπια μάσκα, η σκοτεινή του ματιά ωστόσο πεταγόταν από τον Ραντ στην Αλάνα, κι η μόνη λέξη με την οποία ο Πέριν μπορούσε να περιγράψει την οσμή που σπαρταρούσε στα ρουθούνια του ήταν «αμηχανία».
Η Αλάνα ξαφνιάστηκε κι αυτή. Για κάποιο λόγο, ήταν τσιτωμένη από τότε που είχε ακολουθήσει τον Πέριν στη μέχρι τώρα πορεία του. Η ηρεμία της, στην καλύτερη περίπτωση, είχε μεταβληθεί σε φτηνιάρικο προσωπείο. Έστρωσε τον ποδόγυρο της, έριξε ένα αψήφιστο βλέμμα -πού αλλού;- προς το μέρος της Κιρούνα και της Μπέρα και γλίστρησε χαριτωμένα μπροστά από τον Ραντ. Οι άλλες δύο αδελφές την παρακολουθούσαν σαν δασκάλες που ήθελαν να βεβαιωθούν ότι η μαθήτριά τους ήξερε καλά το μάθημά της, αλλά χωρίς να έχουν πειστεί ακόμα, κάτι ακατανόητο. Μια από αυτές μπορεί να ήταν η επικεφαλής, η Αλάνα ωστόσο ήταν κι αυτή μια Άες Σεντάι, όπως κι οι ίδιες. Οι υποψίες του Πέριν έγιναν ακόμα πιο έντονες. Το να χώσεις τη μύτη σου στις δουλειές των Άες Σεντάι ήταν σαν να τσαλαβουτάς στα ρεύματα του Νερόδασους, κοντά στο Βαλτοτόπι. Όσο γαλήνια κι αν μοιάζει η επιφάνεια, τα υπόγεια ρεύματα είναι ικανά να σε παρασύρουν. Κι εδώ, κάθε στιγμή που περνούσε, εμφανίζονταν όλο και περισσότερα υπόγεια ρεύματα, και δεν προέρχονταν όλα από τις αδελφές.
Ο Ραντ τοποθέτησε σκανδαλιστικά τη χούφτα του κάτω από το πηγούνι της Αλάνα κι έστρεψε το πρόσωπό της ψηλά. Η Μπέρα πήρε μια ρουφηχτή ανάσα και, για πρώτη φορά, ο Πέριν συμφώνησε με την αντίδρασή της. Ο Ραντ δεν θα τολμούσε να δείξει τέτοια ευθύτητα ούτε καν απέναντι σε κάποιο συνηθισμένο κορίτσι, κι η Αλάνα σίγουρα δεν ήταν συνηθισμένο κορίτσι. Εξίσου απρόσμενη ήταν κι η αντίδρασή της, καθώς αναψοκοκκίνισε κι άρχισε να αποπνέει μια οσμή αβεβαιότητας. Η εμπειρία του Πέριν του έλεγε πως οι Άες Σεντάι δεν αναψοκοκκίνιζαν και δεν ήταν ποτέ αβέβαιες για κάτι.
«Θεράπευσέ με», της είπε ο Ραντ. Δεν ήταν αίτημα αλλά προσταγή. Η κοκκινάδα βάθυνε στο πρόσωπο της Αλάνα κι ο θυμός ανακατεύτηκε με τις υπόλοιπες οσμές της. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς τα άπλωσε για να αγγίξει το κεφάλι του.
Υποσυνείδητα, ο Πέριν έξυσε την παλάμη του χεριού του, αυτή που χτες είχε τρυπήσει ένα ακόντιο των Σάιντο. Η Κιρούνα είχε Γιατρέψει κάμποσες πληγές επάνω του κι, άλλωστε, είχε εφαρμόσει και παλιότερα τη Θεραπεία. Ήταν σαν να βυθιζόσουν με το κεφάλι σε μια παγωμένη λίμνη. Η Θεραπεία σού προξενούσε σύγκορμη τρεμούλα και σε άφηνε εντελώς αδύναμο, συνήθως και πεινασμένο. Ωστόσο, η μόνη ένδειξη που φανέρωνε πως κάτι γινόταν με τον Ραντ ήταν ένα ελαφρύ ρίγος.
«Πώς αντέχεις τον πόνο;» του ψιθύρισε η Αλάνα.
«Τελείωσε, λοιπόν», απάντησε αυτός, μετακινώντας τα χέρια της. Απομακρύνθηκε χωρίς καν να την ευχαριστήσει. Ξαφνικά σταμάτησε, έτοιμος σχεδόν να πει κάτι, και μισογύρισε να κοιτάξει προς τα Πηγάδια του Ντουμάι.