«Βρέθηκαν όλες, Ραντ αλ'Θόρ», είπε μαλακά η Άμυς.
Αυτός ένευσε κι είπε κάπως πιο ζωηρά. «Ώρα να πηγαίνουμε. Σορίλεα, όρισε μερικές Σοφές να αναλάβουν τις αιχμάλωτες από τους Άσα'μαν. Κάποιες επίσης να συνοδεύσουν την Κιρούνα και... τις υπόλοιπες υποτελείς μου». Μειδίασε για μια στιγμή. «Δεν θα ήθελα να κάνουν λάθος εν αγνοία τους».
«Θα γίνει όπως επιθυμείς, Καρ'α'κάρν». Τακτοποιώντας το σάλι της, η Σοφή με το τραβηγμένο δέρμα απευθύνθηκε προς τις τρεις αδελφές. «Πηγαίνετε στους φίλους σας μέχρι να βρω κάποιον να σας κρατήσει». Η Μπέρα συνοφρυώθηκε αγανακτισμένη, κάτι διόλου απρόσμενο, κι η έκφραση της Κιρούνα ήταν η προσωποποίηση της ψυχρότητας. Η Αλάνα έστρεψε τη ματιά της στο έδαφος, βαρύθυμη και με μια έκφραση παραίτησης. Η Σορίλεα δεν σήκωνε πολλά-πολλά. Χτυπώντας με δύναμη παλαμάκια, έκανε ζωηρές κινήσεις σαν να τις έδιωχνε. «Εμπρός! Εμπρός, κουνηθείτε!»
Απρόθυμα, οι Άες Σεντάι αφέθηκαν να τις οδηγήσουν κοπαδιαστά, δίνοντας την εντύπωση πως, απλώς, πήγαιναν εκεί που επιθυμούσαν οι ίδιες. Πηγαίνοντας δίπλα στη Σορίλεα, η Άμυς της ψιθύρισε κάτι, αλλά ο Πέριν δεν έπιασε ακριβώς τα λόγια. Οι τρεις Άες Σεντάι πάντως φαίνεται πως κάτι κατάφεραν να ακούσουν. Μαρμάρωσαν στις θέσεις τους, τρία εξαιρετικά ανήσυχα πρόσωπα που κοιτούσαν τις Σοφές. Η Σορίλεα χτύπησε ξανά παλαμάκια, δυνατότερα από πριν, κι άρχισε να τις διώχνει με μεγαλύτερη ζωηράδα.
Ξύνοντας τη γενειάδα του, ο Πέριν συνάντησε το βλέμμα του Ρούαρκ. Ο αρχηγός φυλής χαμογέλασε αδρά κι ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. Δεν ανακατευόταν στις δουλειές των Σοφών κι ούτε που τον ένοιαζε κιόλας. Οι Αελίτες ήταν μοιρολάτρες σαν λύκοι. Ο Πέριν έριξε μια ματιά στον Γκέντγουιν, ο οποίος παρακολουθούσε τη Σορίλεα να επιπλήττει τις Άες Σεντάι. Όχι, παρακολουθούσε τις αδελφές σαν αλεπού που κοιτάει τις κότες στο κοτέτσι. Οι Σοφές θα πρέπει να είναι καλύτερες από τους Άσα'μαν, σκέφτηκε ο Πέριν. Λογικά, πρέπει να είναι.
Αν ο Ραντ παρατήρησε κάτι απ' όλα αυτά, σίγουρα το αγνόησε. «Τάιμ, μόλις οι Σοφές αναλάβουν τις κρατούμενες πάρε τους Άσα'μαν πίσω, στον μαύρο Πύργο, και σύντομα. Να θυμάσαι πως καλό είναι να επιτηρείς από κοντά οποιονδήποτε άντρα μαθαίνει γρήγορα. Και να θυμάσαι αυτά που σου είπα σχετικά με τη στρατολόγηση».
«Τα λόγια σου δεν ξεχνιούνται, Άρχοντα Δράκοντα», απάντησε ξερά ο μαυροντυμένος άντρας. «Θα αναλάβω προσωπικά αυτό το ταξίδι. Όμως, αν μου δίνεις την άδεια να ανακινήσω ξανά αυτό το θέμα... Χρειάζεσαι μια κατάλληλη τιμητική φρουρά».
«Τα έχουμε συζητήσει αυτά», απάντησε κοφτά ο Ραντ. «Σκοπεύω να κάνω καλύτερη χρήση των Άσα’μαν. Αν όντως χρειάζομαι τιμητική φρουρά, οι κατάλληλοι είναι αυτοί που θα διαλέξω εγώ. Πέριν, μπορείς να...;»
«Άρχοντα Δράκοντα», παρενέβη ο Τάιμ, «χρειάζεσαι κάτι παραπάνω από μερικούς Άσα'μαν».
Το κεφάλι του Ραντ στράφηκε απότομα προς το μέρος του Τάιμ. Το πρόσωπό του συναγωνιζόταν τις εκφράσεις των Άες Σεντάι στο να μην αποκαλύπτει τίποτα από τον εσωτερικό του κόσμο, αλλά ο Πέριν αισθάνθηκε την οσμή του να τον χτυπάει κατακούτελα. Η δριμεία οργή αντικαταστάθηκε από περιέργεια και σύνεση· η πρώτη αδιόρατη και διερευνητική, η δεύτερη ομιχλώδης. Κατόπιν, ένα κοφτό, δολοφονικό μένος κατάπιε και τις δύο. Ο Ραντ κούνησε ελαφρά το κεφάλι του κι η οσμή του υποδείκνυε αμείλικτη αποφασιστικότητα. Κανενός η οσμή δεν άλλαζε τόσο γρήγορα. Κανενός.
Το μόνο που μπορούσε να κάνει ο Τάιμ ήταν να αποτρέψει τη ματιά του κι, απ' ό,τι του είπαν αργότερα, ο Ραντ απλώς κούνησε το κεφάλι του, αν κι αδιόρατα.
«Σκέψου. Διάλεξες τέσσερις Αφοσιωμένους και τέσσερις στρατιώτες. Θα έπρεπε να έχεις διαλέξει κι Άσα'μαν». Ο Πέριν δεν κατάλαβε ακριβώς τι εννοούσε. Νόμιζε πως ήταν όλοι Άσα'μαν.
«Νομίζεις πως δεν μπορώ να τους διδάξω τόσο καλά όσο εσύ;» Η φωνή του Ραντ ήταν απάλή, αλλά έμοιαζε περισσότερο με τον ψίθυρο της λάμας που γλιστράει στο θηκάρι.
«Νομίζω πως ο Άρχοντας Δράκοντας είναι πολύ απασχολημένος για να ασχοληθεί με τη διδασκαλία», απάντησε μαλακά ο Τάιμ, αν κι η μυρωδιά του θυμού αναδύθηκε ξανά. «Είναι πολύ σημαντικό. Πάρε άντρες που να ξέρουν τα βασικά. Μπορώ να επιλέξω κάμποσους...»
«Έναν», τον έκοψε ο Ραντ. «Και θα τον επιλέξω εγώ». Ο Τάιμ χαμογέλασε κι άπλωσε τα χέρια του σαν να συναινούσε, αλλά η οσμή της απογοήτευσης κάλυπτε πια σχεδόν εντελώς το θυμό. Ο Ραντ έδειξε ξανά κάπου χωρίς να κοιτάει. «Αυτόν». Αυτή τη φορά, φάνηκε να εκπλήσσεται όταν συνειδητοποίησε πως έδειχνε προς το μέρος ενός μεσήλικα που καθόταν πάνω σε ένα αναποδογυρισμένο βαρέλι, στην άλλη πλευρά του κύκλου που σχημάτιζαν οι άμαξες, κι ο οποίος δεν έδινε την παραμικρή προσοχή στην ομήγυρη. Με τον αγκώνα να ακουμπάει στα γόνατά του και το πηγούνι να αναπαύεται στα χέρια του, κοιτούσε βλοσυρός τις κρατούμενες Άες Σεντάι. Το ξίφος κι ο Δράκοντας λαμπύριζαν στο πάνω μέρος του γιακά του μαύρου πανωφοριού του. «Πώς τον λένε, Τάιμ;»