Выбрать главу

Σε χρόνο μηδέν, ο καταυλισμός γέμισε δραστηριότητα. Όλοι περίμεναν πως σύντομα θα έφευγαν, κι ωστόσο όλο και κάτι είχαν αφήσει για την τελευταία στιγμή. Οι υπηρέτες των αιχμαλώτων Άες Σεντάι κι οι οδηγοί των αμαξών φόρτωσαν βιαστικά τα τελευταία εμπορεύματα κι άρχισαν να ζεύουν τα ζωντανά με καμπανιστά γκέμια. Οι Καιρχινοί κι οι Μαγιενοί έμοιαζαν να βρίσκονται συγχρόνως παντού, να ελέγχουν τις σέλες και τα χαλινάρια. Άντυτοι γκαϊ'σάιν έτρεχαν από δω κι από κει, αν κι οι Αελίτες δεν είχαν και πολλά πράγματα να πακετάρουν.

Φωτεινές αστραπές, έξω από τις άμαξες, ανήγγειλαν την αναχώρηση του Τάιμ και των Άσα'μαν. Ο Πέριν ένιωσε πολύ καλύτερα. Από τους εννιά που παρέμειναν ένας ακόμα, εκτός από τον Ντασίβα, ήταν μεσήλικας, ένας γεροδεμένος άντρας με φάτσα αγρότη, κι άλλος ένας, που κούτσαινε κι είχε μια φράντζα άσπρα μαλλιά, που κάλλιστα θα τον περνούσε κανείς για παππού. Οι υπόλοιποι ήταν νεότεροι, μερικοί μάλιστα ενήλικα αγόρια, κι ωστόσο παρακολουθούσαν την οχλοβοή με την αυτοκυριαρχία αντρών που είχαν παρευρεθεί αρκετές φορές σε παρόμοιες διαδικασίες. Δεν μιλούσαν πολύ κι ήταν μαζεμένοι κοντά-κοντά, εκτός από τον Ντασίβα που καθόταν λίγα βήματα παράμερα, κοιτώντας στο πουθενά. Ο Πέριν θυμήθηκε την προειδοποίηση του Τάιμ σχετικά με αυτόν τον τύπο κι ήλπιζε πως, απλώς, ονειροπολούσε.

Βρήκε τον Ραντ καθισμένο σε ένα καφάσι με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα γόνατα. Η Σούλιν με τη Ναντέρα κάθονταν οκλαδόν μία από κάθε πλευρά, αποφεύγοντας σκόπιμα να κοιτάνε το ξίφος που κρεμόταν στο γοφό του. Κρατώντας απερίσκεπτα τις λόγχες τους και τις ασπίδες με το τομάρι του αγριόχοιρου, εδώ, καταμεσής των πιστών του Ραντ, κρατούσαν τσίλιες παρακολουθώντας οτιδήποτε τον πλησίαζε. Η Μιν καθόταν κατάχαμα στα πόδια του με τα σκέλη διπλωμένα κάτω από το κορμί της, χαμογελώντας του.

«Ελπίζω πως ξέρεις τι κάνεις, Ραντ», είπε ο Πέριν μετακινώντας τη λαβή του τσεκουριού του έτσι ώστε να μπορεί να κάτσει ανακούρκουδα. Κανείς δεν ήταν πλησίον για να ακούσει, εκτός από τον Ραντ, τη Μιν και τις δύο Κόρες. Αν η Σούλιν ή η Ναντέρα προσέτρεχαν στις Σοφές, με γεια τους και χαρά τους. Χωρίς προλόγους, άρχισε να αφηγείται ό,τι είχε δει εκείνο το πρωί, όπως επίσης κι ό,τι είχε μυρίσει, αν και σ' αυτό το τελευταίο δεν έκανε καμιά αναφορά. Ο Ραντ δε συγκαταλεγόταν ανάμεσα τους ελάχιστους που ήξεραν κάποια πράγματα γι' αυτόν και για τους λύκους. Ό,τι κι αν είπε, το έκανε να φαίνεται σαν να το είχε δει ή ακούσει. Για τους Άσα’μαν και τις Σοφές. Για τους Άσα'μαν και τις Άες Σεντάι. Για τις Σοφές και τις Άες Σεντάι. Για όλη αυτή την κατάσταση που θύμιζε φυτίλι έτοιμο να ανάψει ανά πάσα στιγμή. Δεν άφησε έξω ούτε τους άντρες των Δύο Ποταμών. «Ανησυχούν, Ραντ, κι, αν τους βλέπεις να ιδρώνουν, σημαίνει πως κάποιος Καιρχινός έχει κάτι στο μυαλό του. Ή κάποιος από το Τυρ. Ίσως σκοπεύουν να βοηθήσουν τις αιχμάλωτες να το σκάσουν, ή κάτι ακόμα χειρότερο. Μα το Φως, δεν μου είναι διόλου δύσκολο να φανταστώ τον Ντάνιλ και τον Μπαν μαζί με πενήντα άλλους να τις βοηθάνε να δραπετεύσουν, αν ήξεραν τον τρόπο».

«Πιστεύεις πως μπορεί να υπάρχει και κάτι άλλο εξίσου άσχημο;» ρώτησε σιγανά ο Ραντ, κι ο Πέριν ανατρίχιασε.

Κοίταξε τον Ραντ κατάματα. «Χίλιες φορές πιο άσχημο», απάντησε επίσης σιγανά. «Δεν πρόκειται να συμμετάσχω σε φονικό. Αν σκοπεύεις να το κάνεις εσύ, θα σταθώ εμπόδιο στο δρόμο σου». Παρατεταμένη σιωπή ακολούθησε και τα γκριζογάλανα μάτια που δεν τρεμόπαιζαν συνάντησαν τα χρυσαφιά.

Κοιτώντας τους και τους δύο βλοσυρά, η Μιν άφησε ένα ήχο που υποδήλωνε εκνευρισμό. «Ήσαστε κι οι δύο χοντροκέφαλοι! Ραντ, ξέρεις καλά πως δεν πρόκειται να δώσεις ποτέ τέτοια διαταγή, ούτε και να αφήσεις κανέναν άλλον να τη δώσει. Κι εσύ, Πέριν, ξέρεις πως δεν θα το κάνει. Λοιπόν, σταματήστε να συμπεριφέρεστε σαν κοκόρια στο κοτέτσι».

Η Σούλιν κακάρισε κι ο Πέριν πολύ θα ήθελε να ρωτήσει τη Μιν πως κι ήταν τόσο σίγουρη για τα λόγια της. Ωστόσο, ήταν αδύνατο να υποβάλει εδώ μια τέτοια ερώτηση. Ο Ραντ πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά του και κούνησε το κεφάλι του. Έμοιαζε με κάποιον που διαφωνούσε με ένα πρόσωπο που δεν ήταν παρόν, λες κι άκουγε στο μυαλό του τις φωνές που ακούνε οι τρελοί.

«Δεν είναι και πολύ εύκολο, έτσι;» είπε ύστερα από λίγα λεπτά. Έμοιαζε θλιμμένος. «Η μαύρη αλήθεια είναι ότι δεν είμαι σίγουρος τι είναι χειρότερο. Δεν έχω και πολλές επιλογές. Το φρόντισαν οι ίδιες». Το πρόσωπό του είχε πάρει μια έκφραση μελαγχολική, αλλά η οσμή του είχε κατακλυστεί από την οργή. «Νεκρές ή ζωντανές, αποτελούν ένα βάρος στην πλάτη μου κι, αργά ή γρήγορα, θα την τσακίσουν».