Выбрать главу

Ο Πέριν προσπάθησε να μην τους ρίξει ούτε ματιά, ειδικά στον Κόκκινο Αετό. Οι άντρες των Δύο Ποταμών ήθελαν και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Ήταν άρχοντας, άρα έπρεπε να έχει κάποιο λάβαρο. Ήταν άρχοντας, αλλά όταν τους είπε να ξεφορτωθούν αυτά τα καταραμένα λάβαρα, τα έκρυψαν για λίγο μονάχα. Η Κόκκινη Λυκοκεφαλή τού προσέδιδε μία ιδιότητα που δεν είχε και που δεν ήθελε κι ο ίδιος να έχει, ενώ ο Κόκκινος Αετός... Πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια αφότου η Μανέθερεν πέθανε στους πολέμους των Τρόλοκ, σχεδόν χίλια από τότε που το Άντορ κατάπιε μέρος αυτού που κάποτε ήταν η Μανέθερεν, το λάβαρο εξακολουθούσε να συμβολίζει την επαναστατική πράξη των Αντορινών. Οι θρύλοι θέριευαν ακόμα στο μυαλό μερικών ανθρώπων. Βέβαια, είχαν περάσει ελάχιστες γενεές από τότε που οι κάτοικοι των Δύο Ποταμών συνειδητοποίησαν ότι ήταν Αντορινοί, αλλά τα μυαλά των Βασιλισσών δεν άλλαζαν τόσο εύκολα.

Του φαινόταν ότι πέρασε καιρός από τότε που είχε συναντήσει τη νέα Βασίλισσα του Άντορ στην Πέτρα του Δακρύου. Δεν είχε λάβει ακόμα τον τίτλο της Βασίλισσας -και δεν θα τον έπαιρνε μέχρι τη στέψη της στο Κάεμλυν— αλλά η Ηλαίην φαινόταν μια ευχάριστη, νεαρή γυναίκα, αρκετά χαριτωμένη, παρά το ότι συνήθως ο ίδιος δεν μεροληπτούσε υπέρ των καλοχτενισμένων γυναικών. Κάπως αυτάρεσκη βέβαια, καθότι ήταν μια Κόρη-Διάδοχος. Επίσης, τσιμπημένη με τον Ραντ, κρίνοντας από τα κρυφά σφιχταγκαλιάσματα στις γωνίες. Ο Ραντ υποτίθεται πως θα της έδινε όχι μονάχα τον Θρόνο του Λιονταριού στο Άντορ, αλλά και τον Θρόνο του Ήλιου στην Καιρχίν. Σίγουρα θα ήταν αρκετά ευγνώμων ώστε να αφήσει τη σημαία να κυματίζει, ασχέτως του αν σήμαινε κάτι ή όχι. Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι του, παρακολουθώντας τους άντρες των Δύο Ποταμών να αναπτύσσονται πίσω από τα λάβαρα. Όπως και να είχε, δεν ήταν κάτι που θα τον απασχολούσε σήμερα.

Οι Διποταμίτες δεν φημίζονταν για την ακρίβεια που επεδείκνυαν οι πολεμιστές· οι περισσότεροι, άλλωστε, ήταν αγόρια σαν τον Τοντ, γιοι αγροτών και βοσκοί, ωστόσο ήξεραν τι να κάνουν. Κάθε πέμπτος άντρας έπαιρνε τα ηνία τεσσάρων ακόμα αλόγων, ενώ οι άλλοι καβαλάρηδες ξεπέζευαν βιαστικά, με τις βαλλίστρες τους πανέτοιμες κι οπλισμένες. Οι πεζοί βραδυπορούσαν, σχηματίζοντας ασύνταχτες γραμμές, και περιεργάζονταν την περιοχή με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ελέγχοντας τακτικά και με εξασκημένες κινήσεις τις φαρέτρες τους και χειριζόμενοι με άνεση τα τόξα τους. Ακόμα και τεντωμένα, τα τόξα των κατοίκων των Δύο Ποταμών είχαν το ύψος των αντρών που τα χρησιμοποιούσαν. Ήταν δύσκολο για κάποιον ξένο να πιστέψει πόσο μακριά μπορούσαν να σημαδέψουν έναν στόχο -και να τον χτυπήσουν με ακρίβεια- χρησιμοποιώντας αυτά τα τόξα.

Ο Πέριν ήλπιζε πως δεν θα παρίστατο ανάγκη να τα χρησιμοποιήσουν σήμερα. Κάποιες φορές, ονειρευόταν έναν κόσμο όπου η χρήση όπλων θα είχε πια εκλείψει. Κι ο Ραντ...

«Πιστεύεις πως οι εχθροί μου κοιμούνταν όσο εγώ... έλειπα;» είχε ρωτήσει άξαφνα ο Ραντ καθώς περίμεναν τον Ντασίβα να ανοίξει την πύλη. Ήταν ντυμένος με ένα πανωφόρι που το είχαν ξετρυπώσει από τις άμαξες, ένα καλοραμμένο πράσινο μάλλινο, αν και δεν συνήθιζε να φοράει τέτοιου είδους ρούχα. Ίσως το πανωφόρι να ανήκε σε κάποιον Πρόμαχο ή να ήταν το καντιν'σόρ ενός Αελίτη, αλλά, όπως και να είχε, ήταν το μόνο ρούχο στον καταυλισμό που του ταίριαζε. Η αλήθεια είναι πως θα περίμενε κανείς να επιμείνει μέχρι να βρει κάτι μεταξωτό και κεντητό, όπως ακριβώς επέμενε χτες και σήμερα το πρωί να κάνουν εξονυχιστική έρευνα στις άμαξες.

Οι άμαξες εκτείνονταν σε σειρές, με τα υποζύγια ζεμένα, ενώ τα καλύμματα από καναβάτσο κι οι σιδερένιοι κρίκοι είχαν αποσυναρμολογηθεί. Η Κιρούνα με τις υπόλοιπες ορκισμένες αδελφές είχαν στριμωχτεί στην προπορευόμενη άμαξα και δεν έμοιαζαν διόλου χαρούμενες. Είχαν πάψει να διαμαρτύρονται μόλις διαπίστωσαν πως δεν κατάφερναν τίποτα, αλλά ο Πέριν μπορούσε να ακούσει τα ψυχρά, θυμωμένα μουρμουρητά τους. Αν μη τι άλλο, είχαν ξεκινήσει. Οι Πρόμαχοι κύκλωναν την άμαξα πεζοί, σιωπηλοί και δριμείς, ενώ οι αιχμάλωτες Άες Σεντάι σχημάτιζαν μια άκαμπτη, κακόθυμη αρμαθιά, κυκλωμένη από τις Σοφές που δεν είχαν πάει με τον Ραντ, δηλαδή από όλες εκτός της Σορίλεα και της Άμυς. Οι Πρόμαχοι των κρατουμένων, βλοσυροί όλοι τους, ήταν μαζεμένοι καμιά εκατοστή βήματα παραπέρα, ενώ ο παγερός θάνατος δεν είχε καταφθάσει ακόμα παρά τις πληγές και τους φρουρούς σισβαϊ'αμάν. Εκτός από το μεγάλο μαύρο άτι της Κιρούνα, τα γκέμια τον οποίον κρατούσε ο Ραντ, και τη μαυριδερή φοράδα με τους καλοσχηματισμένους αστραγάλους που ίππευε η Μιν, τα άλογα των Άες Σεντάι και των Προμάχων που δεν είχαν παραχωρηθεί από τους Άσα'μαν —ή που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ως υποζύγια των αμαξών, κάτι που θα προκαλούσε σύγχυση μεγαλύτερη από το να αναγκάζονταν οι κάτοχοί τους να πηγαίνουν πεζή- ήταν δεμένα σε μακριά μολύβδινα σύρματα, στερεωμένα στα παραπέτα των αμαξών.