Выбрать главу

«Το πιστεύεις, Φλιν; Εσύ, Γκρέηντυ;»

Ο Άσα'μαν που ρωτήθηκε πρώτος, ο γεροδεμένος άντρας με τη φάτσα αγρότη, κοίταξε αβέβαια τον Ραντ κι έπειτα τον κουτσό σκληρόπετσο άντρα. Καθένας τους φορούσε μια ασημένια καρφίτσα με μορφή ξίφους στο πέτο του, η οποία όμως δεν απεικόνιζε τον Δράκοντα. «Μόνο ένας βλάκας πιστεύει πως οι εχθροί του αδρανούν όταν ο ίδιος δεν κοιτάζει, Άρχοντα Δράκοντα», είπε ο ηλικιωμένος άντρας με τραχιά φωνή που δεν διέφερε από εκείνη ενός στρατιώτη.

«Κι εσύ, Ντασίβα, τι νομίζεις;»

Ο Ντασίβα ξαφνιάστηκε που του απηύθυναν το λόγο. «Εγώ... μεγάλωσα σε αγρόκτημα». Ίσιωσε τη ζώνη του ξίφους του, αν και δεν χρειαζόταν. Υποτίθεται ότι είχαν εκπαιδευτεί να χειρίζονται τόσο το ξίφος όσο και τη Δύναμη, αλλά ο Ντασίβα φαίνεται πως αδυνατούσε να ξεχωρίσει το ένα από το άλλο. «Δεν ξέρω και πολλά από εχθρούς». Παρά την αδεξιότητά του, ο τόνος της φωνής του μαρτυρούσε θρασύτητα. Από την άλλη, όλοι τους έμοιαζαν ασυνήθιστοι στην αλαζονεία.

«Αν μείνεις κοντά μου», είπε ο Ραντ απαλά, «θα μάθεις». Το χαμόγελό του προκάλεσε ρίγος στον Πέριν. Χαμογελούσε καθώς έδινε διαταγές να περάσουν την πύλη, λες κι επρόκειτο να τους επιτεθούν. Τους είχε πει να θυμούνται πως ο εχθρός καιροφυλακτούσε παντού και δεν μπορούσες να ξέρεις ποτέ ποιος ήταν.

Η έξοδος συνεχίστηκε αμείωτη. Οι άμαξες κυλούσαν μουγκρίζοντας, από τα Πηγάδια του Ντουμάι στην Καιρχίν, ενώ οι αδελφές στις πρώτες άμαξες έμοιαζαν με αγάλματα από πάγο που ταλαντεύονταν. Οι Πρόμαχοι τρόχαζαν παράλληλα, με χέρια που κρατούσαν σφικτά τις λαβές των σπαθιών τους και βλέμμα αεικίνητο που δεν έμενε ποτέ κολλημένο σε ένα σημείο. Ήταν προφανές ότι πίστευαν πως οι Άες Σεντάι χρειάζονταν προστασία, τόσο από αυτούς οι οποίοι βρίσκονταν ήδη στο λόφο όσο κι από οποιονδήποτε που μπορεί να εμφανιζόταν. Οι Σοφές παρήλαυναν σαν να οδηγούσαν το κοπάδι τους. Κάποιες από αυτές χρησιμοποιούσαν βέργες για να τσιγκλάνε τις Άες Σεντάι, αν κι οι αδελφές έκαναν καλή δουλειά προσποιούμενες πως δεν υπήρχαν ούτε Σοφές ούτε κεντρίσματα. Ακολουθούσαν οι Σάιντο γκαϊ'σάιν, τριποδίζοντας σε φάλαγγα με πλάτος τεσσάρων αντρών, κάτω από την άγρυπνη ματιά μίας Κόρης, η οποία έδειξε κάποιο σημείο εκτός πορείας προτού σπεύσει να ενωθεί με τις άλλες Φαρ Ντάραϊς Μάι, κι οι γκαϊ'σάιν γονάτισαν, γυμνοί σαν χαλκοκουρούνες και περήφανοι σαν αετοί. Οι υπόλοιποι Πρόμαχοι ακολούθησαν με τη συνοδεία των φρουρών τους, ακτινοβολώντας μια μαζική οργή που ο Πέριν μπορούσε να οσμιστεί πάνω από καθετί άλλο, και κατόπιν ο Ρούαρκ με τους υπόλοιπους σισβαϊ'αμάν και τις Κόρες, καθώς και τέσσερις ακόμα Άσα’μαν, ο καθένας εκ των οποίων οδηγούσε ένα δεύτερο άλογο για κάθε τέταρτο άντρα. Πιο πίσω έρχονταν ο Νουρέλ και οι Φτερωτοί Φρουροί με τις λόγχες που έφεραν τις κόκκινες κυματιστές σημαιούλες.

Οι Μαγιενοί καμάρωναν που αποτελούσαν την οπισθοφυλακή, γελώντας κι εξαπολύοντας καυχησιές προς τη μεριά των Καιρχινών σχετικά με το τι θα έκαναν αν επέστρεφαν οι Σάιντο. Βέβαια, δεν ήταν ακριβώς οι τελευταίοι. Τελευταίος απ' όλους ερχόταν ο Ραντ, πάνω στο ευνουχισμένο ζωντανό της Κιρούνα, καθώς κι η Μιν με τη φοράδα της. Η Σορίλεα με την Άμυς δρασκέλιζαν κατά μήκος της μιας πλευράς του ψηλού, μαύρου αλόγου, ενώ η Ναντέρα με μισή ντουζίνα Κόρες βρίσκονταν από την άλλη. Ο Ντασίβα οδηγούσε μια φαινομενικά γαλήνια καστανόχρωμη φοράδα στο κατόπι τους. Η πύλη αναβόσβησε κι ο Ντασίβα βλεφάρισε προς το σημείο εκείνο, χαμογελώντας αμυδρά και σκαρφαλώνοντας αδέξια στη σέλα της φοράδας. Φάνηκε σαν να μιλάει στον εαυτό του, αλλά πιθανότατα έφταιγε πως το ξίφος μπλέχτηκε ανάμεσα στα ποδάρια του και κόντεψε να γκρεμιστεί. Το σίγουρο ήταν πως δεν είχε τρελαθεί ολότελα.

Μια ολόκληρη στρατιά σε θέση μάχης κάλυπτε το λόφο, μιας μάχης που δεν ερχόταν ποτέ. Μικρός στρατός, δεν αριθμούσε πάνω από λίγες χιλιάδες, αν κι έμοιαζε ικανοποιητικού μεγέθους μπροστά στους αριθμούς που θα παρέτασσαν οι Αελίτες κατά μήκος του Δρακοτείχους. Οδηγώντας αργά το άλογό του προς το μέρος του Πέριν, ο Ραντ επιθεώρησε την περιοχή. Οι δύο Σοφές τον ακολουθούσαν από κοντά, μιλώντας σιγανά και παρακολουθώντας τον. Λίγο πιο πίσω, έρχονταν η Ναντέρα κι οι Κόρες, επιβλέποντας τον γύρω χώρο. Αν ο Ραντ ήταν λύκος, ο Πέριν θα έπαιρνε όρκο ότι οσμιζόταν τον αέρα. Κουβαλούσε το Σκήπτρο του Δράκοντα στο μπροστάρι της σέλας του, την αιχμή μιας λόγχης μήκους δύο ποδών, στολισμένης με λευκοπράσινες φούντες και σκαλισμένη με Δράκοντες. Πού και πού τη ζύγιαζε ελαφρά στο χέρι του, λες και διαρκώς υπενθύμιζε στον εαυτό του την ύπαρξή της.