Η Αρχόντισσα Κάραλαϊν κι ο Άρχοντας Τόραμ ηγούνταν των Καιρχινών που αρνούνταν να αποδεχτούν ότι ο Ραντ κι οι Αελίτες είχαν κατακτήσει την Καιρχίν, τη στιγμή που ο Υψηλός Άρχοντας Ντάρλιν οδηγούσε τις συμπληρωματικές δυνάμεις τους στο Δάκρυ. Καμιά από τις εξεγέρσεις δεν σήμαινε και πολλά. Η Κάραλαϊν κι ο Τόραμ κάθονταν στα ριζά της Ραχοκοκαλιάς του Κόσμου επί μήνες ολόκληρους, απειλώντας κι απαιτώντας, και το ίδιο έκανε κι ο Ντάρλιν στο Χάντον Μιρκ. Φαίνεται, όμως, πως τα πράγματα είχαν αλλάξει. Ο Πέριν πέρασε ελαφρά τον αντίχειρά του κατά μήκος της λάμας του πέλεκύ του. Οι Αελίτες κινδύνευαν να αποσπαστούν κι οι εχθροί του Ραντ συγκεντρώνονταν σε ένα σημείο. Το μόνο που απέμενε ήταν να εμφανιστούν οι Αποδιωγμένοι. Και η Σεβάνα με τους Σάιντο. Αυτό θα ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν ήταν περισσότερο σημαντικό από το να δει κάποιος έναν κινούμενο εφιάλτη. Το θέμα ήταν να παραμείνει ασφαλής η Φάιλε.
«Καλύτερα να παρακολουθείς παρά να πολεμάς», μουρμούρισε ο Ραντ σκεφτικός, σαν να αφουγκραζόταν κάτι αόρατο.
Ο Πέριν συμφώνησε ολόκαρδα με τον Ραντ -οτιδήποτε ήταν καλύτερο από το να πολεμάς— αλλά οι Αελίτες δεν το έβλεπαν έτσι, όχι τουλάχιστον όσον αφορούσε στους εχθρούς τους. Τόσο ο Ρούαρκ με τη Σορίλεα, όσο κι η Φεραίγκιν με τη Ναντέρα και τη Σούλιν κοιτούσαν τον Ραντ λες και τους είχε πει ότι είναι καλύτερα να πίνεις άμμο παρά νερό.
Η Φεραίγκιν ορθώθηκε και στάθηκε σχεδόν στις μύτες. Δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλή για Αελίτισσα, δεν έφτανε ούτε καν στον ώμο του Ραντ, αλλά έμοιαζε να προσπαθεί να έρθει στο ύψος του. «Δεν είναι πολύ παραπάνω από δέκα χιλιάδες σ' εκείνο τον καταυλισμό των κατοίκων των υδροβίων», είπε επιτιμητικά, «και στην πόλη βρίσκονται ακόμα λιγότεροι. Μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε εύκολα. Ακόμα κι ο Ιντίριαν θυμάται πως δεν διέταξες κανέναν από δαύτους να θυσιαστεί παρά μόνο σε αυτοάμυνα, αλλά, αν αφεθούν ανεξέλεγκτοι, θα δημιουργήσουν προβλήματα. Δεν μας βοηθάει το ότι στην πόλη βρίσκονται και Άες Σεντάι. Ποιος ξέρει τι...»
«Άες Σεντάι;» Η λέξη βγήκε παγερή από το στόμα του Ραντ κι οι αρθρώσεις του άσπρισαν έτσι όπως κρατούσε το Σκήπτρο του Δράκοντα. «Πόσες;» Η οσμή που απέπνεε έκανε το πετσί ανάμεσα στις ωμοπλάτες του Πέριν να μυρμηγκιάσει. Ξαφνικά, αισθάνθηκε τις κρατούμενες Άες Σεντάι να τον παρακολουθούν, όπως επίσης την Μπέρα, την Κιρούνα και τις υπόλοιπες.
Η Σορίλεα έχασε το ενδιαφέρον της για την Κιρούνα. Είχε τοποθετήσει τα χέρια στους γοφούς της και το στόμα της είχε στενέψει. «Γιατί δεν μου το είπες αυτό;»
«Δεν μου έδωσες την ευκαιρία, Σορίλεα», διαμαρτυρήθηκε η Φεραίγκιν, ξεφυσώντας ελαφρά και με τους ώμους κυρτούς. Το γαλάζιο της βλέμμα στράφηκε στον Ραντ κι η φωνή της σταθεροποιήθηκε. «Ίσως είναι καμιά δεκαριά, ίσως και περισσότερες, Καρ'α'κάρν. Τις αποφεύγουμε φυσικά, ειδικά από τότε που...» Στράφηκε ξανά στη Σορίλεα και συνέχισε απνευστί. «Δεν ήθελες να ακούσεις για τους υδρόβιους, Σορίλεα, παρά μονάχα για τις σκηνές μας. Έτσι είπες». Γύρισε πάλι στον Ραντ, ευθυτενής. «Οι περισσότερες μένουν κάτω από τη στέγη της Άριλιν Ντουλαίην, Καρ'α'κάρν, και σπάνια την αφήνουν». Κατόπιν, στράφηκε στη Σορίλεα με γερμένους ώμους. «Ξέρεις πολύ καλά πως θα σου τα έλεγα όλα, αλλά με διέκοψες». Καθώς αντιλήφθηκε πόσοι παρακολουθούσαν και πόσοι είχαν αρχίσει να χαμογελούν, ανάμεσα στις Σοφές τουλάχιστον, τα μάτια της Φεραίγκιν γούρλωσαν και τα μάγουλά της κοκκίνισαν. Το κεφάλι της τιναζόταν ανάμεσα στον Ραντ και τη Σορίλεα και το στόμα της ανοιγόκλεινε, αλλά δεν έβγαινε κανένας ήχος. Κάποιες από τις Σοφές άρχισαν να κρυφογελούν, αλλά η Εντάρα δεν μπήκε στον κόπο να το κρύψει. Ο Ρούαρκ τίναξε πίσω το κεφάλι του και ξεκαρδίστηκε.
Ο Πέριν δεν ένιωθε καμιά διάθεση να γελάσει. Ένας Αελίτης δεν θα έβρισκε αστείο τίποτα λιγότερο από ένα ξίφος που διαπερνά ένα κορμί, ειδικά αν το συγκεκριμένο κορμί ανήκε σε μια Άες Σεντάι. Μα το Φως! Παρενέβη απότομα για να ρωτήσει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για τον ίδιο. «Φεραίγκιν, είναι καλά η γυναίκα μου, η Φάιλε;»
Αυτή τον κοίταξε με βλέμμα μισοσαστισμένο και προσπάθησε, όσο ήταν δυνατόν, να φανεί νηφάλια. «Νομίζω πως η Φάιλε Αϋμπάρα είναι μια χαρά, Σεϊ’κάιρ», απάντησε με ψυχρή ηρεμία. Σχεδόν, δηλαδή. Προσπάθησε να κρυφοκοιτάξει τη Σορίλεα με την άκρη του ματιού της. Η γυναίκα δεν διασκέδαζε καθόλου και, με τα χέρια σταυρωτά, κοίταζε τη Φεραίγκιν τόσο εξεταστικά ώστε το βλέμμα που είχε ρίξει προηγουμένως στην Κιρούνα φάνταζε ήπιο.