4
Στην Καιρχίν
Ο Πέριν θα επέβαλλε ταχύτερο βήμα απ αυτό που είχε διατάξει ο Ραντ, παρ' όλο που ήξερε πως τα άλογα δεν θα άντεχαν για πολύ. Τον μισό χρόνο τριπόδιζαν και τον υπόλοιπο έτρεχαν παράπλευρα στα ζώα τους. Ο Ραντ δεν έμοιαζε να προσέχει κανέναν παρά μόνο τη Μιν, μη τυχόν και σκόνταφτε. Για τους υπόλοιπους, ήταν χαμένος σε κάποιον άλλον κόσμο, βλεφαρίζοντας έκπληκτος μόλις παρατηρούσε τον Πέριν ή τον Λόιαλ. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως κι οι άλλοι δεν βρίσκονταν σε καλύτερη κατάσταση. Οι άντρες του Ντομπραίν και του Χάβιεν ατένιζαν ίσια μπροστά, χαμένοι στις ανησυχίες τους σχετικά με το τι μπορεί να έβρισκαν, ενώ οι άντρες των Δύο Ποταμών είχαν ποτιστεί με τη μαυρίλα του Πέριν. Συμπαθούσαν πολύ τη Φάιλε -η αλήθεια είναι πως μερικοί τη λάτρευαν κιόλας- κι αν πάθαινε κακό... Ακόμα κι ο ζήλος του Άραμ μεταβλήθηκε σε μελαγχολία μόλις συνειδητοποίησε πως ή Φάιλε μπορεί να διέτρεχε κίνδυνο. Όλοι είχαν συγκεντρώσει την προσοχή τους στις λεύγες που ανοίγονταν μπροστά τους, στον δρόμο που οδηγούσε στην πόλη. Όλοι εκτός από τους Άσα'μαν, δηλαδή. Λίγο πιο πίσω από τον Ραντ, σαν ένα σμάρι κοράκια, παρατηρούσαν προσεκτικά την περιοχή που διέσχιζε η φάλαγγα, υποψιασμένοι για κάποια ενέδρα. Ο Ντασίβα είχε σωριαστεί στη σέλα του σαν σακί και μουρμούριζε αόριστα μόνος του όταν χρειαζόταν να τρέχει. Αγριοκοίταζε γύρω του, σαν να ήλπιζε πως κάπου θα υπήρχε στημένη παγίδα.
Κάτι τέτοιο δεν ήταν και πολύ πιθανό. Η Σούλιν μαζί με μια ντουζίνα Φαρ Ντάραϊς Μάι τρόχαζαν μπροστά από τη φάλαγγα, μέσα στο οπτικό πεδίο του Ραντ, ενώ άλλες τόσες βρίσκονταν ακόμα πιο μπροστά, ανιχνεύοντας τον δρόμο, κι ισάριθμες κάλυπταν τα πλάγια. Μερικές είχαν περάσει τις κοντές λόγχες τους στα χάμουρα που συγκρατούσαν τις φαρέτρες με τα βέλη στις πλάτες τους με τέτοιον τρόπο ώστε οι αιχμές των δοράτων αναπηδούσαν πάνω από τα κεφάλια τους. Τα μικρά, κεράτινα τόξα ήταν οπλισμένα, με τα βέλη στις εγκοπές. Η κοφτερή τους ματιά παρατηρούσε το κάθε τι που θα μπορούσε να αποτελεί απειλή για τον Καρ'α'κάρν και για τον ίδιο τον Ραντ, λες και φοβούνταν πως θα μπορούσε να εξαφανιστεί ξανά. Όποια ενέδρα υπήρχε μπροστά τους, όποιος κίνδυνος κι αν ξεπηδούσε, θα τον απέτρεπαν.
Η Τσιάντ, όπως κι η Σούλιν, ήταν μία από τις Κόρες, μια γυναίκα ψηλή με σκουροκόκκινα μαλλιά και γκρίζα μάτια. Ο Πέριν βρισκόταν πίσω της και την κοιτούσε, επιθυμώντας να επιβραδύνει τον ρυθμό της και να έρθει να του μιλήσει. Πού και πού του έριχνε ματιές, αλλά γενικά τον απέφευγε, λες κι είχε κάμποσες μεταδοτικές ασθένειες επάνω του. Η Μπέην δεν βρισκόταν στη φάλαγγα. Οι πιο πολλές Κόρες ακολουθούσαν τον Ρούαρκ και τους αλγκάι'ντ'σισβάι, κινούμενες όμως με πιο αργό ρυθμό εξαιτίας των αμαξών και των αιχμαλώτων.
Η μαύρη φοράδα της Φάιλε τριπόδιζε πίσω από τον Γοργοπόδη, με τα χαλινάρια της δεμένα στη σέλα του Πέριν. Οι άντρες των Δύο Ποταμών είχαν φέρει τη Σουώλοου από το Κάεμλυν όταν ενώθηκαν μαζί του, μπροστά στα Πηγάδια του Ντουμάι. Κάθε φορά που κοιτούσε τη φοράδα να χοροπηδάει πίσω του, ξεπηδούσε στο μυαλό του το πρόσωπο της γυναίκας του, η τονισμένη της μύτη, το πλουσιοπάροχο στόμα και τα πεταχτά, σκοτεινά μάτια που λόξευαν πάνω από τα υψηλά ζυγωματικά. Αγαπούσε το ζώο όσο σχεδόν αγαπούσε και τον ίδιο. Ήταν μια γυναίκα τόσο υπερήφανη όσο κι όμορφη, τόσο φλογερή όσο κι υπερήφανη. Η θυγατέρα του Ντάβραμ Μπασίρε ούτε θα κρυβόταν ούτε θα συγκρατούσε τα λόγια της για χάρη μιας γυναίκας όπως η Κολαβήρ.
Τέσσερις φορές σταμάτησαν για να ξεκουραστούν τα ζωντανά, κι ο Πέριν άφριζε εξαιτίας της χρονοτριβής. Δεν τον απασχολούσε και τόσο η φροντίδα των ζώων· έκανε απλώς έναν πρόχειρο κι αφηρημένο έλεγχο στον Γοργοπόδη και με βαριεστημένες κινήσεις τού έδωσε λίγο νερό. Με τη Σουώλοου ήταν πιο προσεκτικός. Αν το ζώο κατόρθωνε να φτάσει ασφαλές στην Καιρχίν... Μια ιδέα καρφώθηκε στον νου του. Αν έφερνε τη φοράδα της στην Καιρχίν, η Φάιλε θα ήταν μια χαρά. Ήταν γελοίο, η φαντασίωση ενός πιτσιρίκου, μια χαζή φαντασίωση ενός πολύ μικρού πιτσιρίκου, αλλά δεν θα ξεκολλούσε εύκολα.
Σε κάθε στάση, η Μιν προσπαθούσε να τον καθησυχάσει. Χαριτολογώντας και χαμογελώντας, του έλεγε πως η όψη του έμοιαζε με την αναπαράσταση του θανάτου με φόντο χειμωνιάτικο πρωινό, σαν να περίμενε κάποιον να φτυαρίσει τον τάφο του. Του είπε πως, αν πλησίαζε τη γυναίκα του με αυτά τα μούτρα, η Φάιλε θα του έκλεινε την πόρτα στη μούρη. Χρειάστηκε, όμως, να παραδεχτεί πως, παρά τις όποιες θεωρίες της, δεν μπορούσε να του υποσχεθεί ότι η Φάιλε ήταν σώα κι αβλαβής.
«Μα το Φως, Πέριν», είπε τελικά φουρκισμένη, βγάζοντας τα εφαρμοστά γκρίζα γάντια ιππασίας, «αν κάποιος πειράξει τη γυναίκα σου, αυτή θα τον κάνει να περιμένει στη σειρά για να ασχοληθεί μαζί του». Ο Πέριν γρύλισε σχεδόν. Δεν ήταν ακριβώς αντιπάθεια αυτό που ένιωθαν ο ένας για τον άλλον.