Выбрать главу

Ο Λόιαλ υπενθύμισε στον Πέριν πως οι Κυνηγοί του Κέρατος μπορούσαν να φροντίσουν μόνοι τους τον εαυτό τους κι ότι η Φάιλε είχε περάσει αλώβητη από τους Τρόλοκ. «Μια χαρά είναι, Πέριν», συμπλήρωσε ολόθυμα με τη βροντώδη φωνή του, τροχάζοντας πλάι στον Γοργοπόδη, με τον μακρύ του πέλεκυ ανάμεσα στους ώμους του. «Είμαι σίγουρος». Το είχε πει, όμως, είκοσι φορές και κάθε φορά ακουγόταν όλο και λιγότερο ευδιάθετος.

Η τελευταία προσπάθεια του Ογκιρανού να ενθαρρύνει τον Πέριν ξεπέρασε τα όρια. «Είμαι σίγουρος ότι η Φάιλε μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνη της, Πέριν. Δεν είναι σαν την Έριθ. Δεν βλέπω την ώρα να με κάνει η Έριθ σύζυγό της, για να τη φροντίζω. Μου φαίνεται πως, έτσι κι αλλάξει γνώμη, θα πεθάνω». Με το που ολοκλήρωσε την πρότασή του, αφέθηκε να χάσκει με το στόμα ανοικτό και τα τεράστια μάτια του γουρλωμένα. Τα αυτιά του φτερούγισαν, μπέρδεψε τα πόδια του και κόντεψε να σωριαστεί κάτω. «Δεν ήθελα να πω κάτι τέτοιο», είπε βραχνά, βαδίζοντας για άλλη μια φορά δίπλα στο άλογο του Πέριν. Τα αυτιά του έτρεμαν ακόμα. «Δεν είμαι σίγουρος πως θέλω να... Είμαι ακόμα πολύ νέος...» Ξεροκατάπιε με θόρυβο κι έριξε μια κατηγορηματική ματιά προς τη μεριά του Πέριν κι άλλη μια προς το μέρος του Ραντ, λίγο πιο μπροστά. «Διόλου συνετό να ανοίγεις το στόμα σου με δύο τα'βίρεν τριγύρω. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να πεις!» Βέβαια, ήξερε καλά πως δεν υπήρχε περίπτωση ούτε μία στις χίλιες να πει κάτι που δεν έπρεπε, μολονότι δεν θα τον ένοιαζε και τόσο αν δεν υπήρχαν τριγύρω οι τα'βίρεν. Το γεγονός αυτό έμοιαζε να τον φοβίζει περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο, έτσι φάνηκε στον Πέριν τουλάχιστον. Πέρασε αρκετή ώρα προτού τα αυτιά του Ογκιρανού πάψουν να τρέμουν.

Η Φάιλε συνέχισε να είναι η μόνη σκέψη που τριβέλιζε το μυαλό του Πέριν, αλλά δεν ήταν κι εντελώς τυφλός. Αυτό που δεν είχε προσέξει αρχικά, καθώς βάδιζαν νοτιοδυτικά, άρχισε τώρα να παίρνει μορφή. Ο καιρός ήταν ζεστός όταν, λιγότερο από δύο βδομάδες πριν, κατευθυνόταν βόρεια της Καιρχίν. Ωστόσο, το άγγιγμα του Σκοτεινού φαίνεται πως είχε γίνει πιο σθεναρό, τροχίζοντας τη γη με μεγαλύτερη ένταση απ' ό,τι προηγουμένως. Το εύθρυπτο γρασίδι τσακιζόταν κάτω από τις οπλές των αλόγων, μαραζωμένα αναρριχητικά φυτά απλώνονταν σαν δίχτυα αράχνης πάνω στους βράχους, στις λοφοπλαγιές, και γυμνά κλαδιά, όχι απλώς άφυλλα αλλά νεκρά, θραύονταν στο πρώτο φύσημα του άνυδρου ανέμου. Συχνά συναντούσαν αειθαλή πεύκα και χαμόδεντρα που είχαν πάρει ένα καφεκίτρινο χρώμα.

Ύστερα από λίγα μίλια, άρχισαν να εμφανίζονται αγροκτήματα, απλές κατασκευές από μαύρες πέτρες διατεταγμένες σε τετράγωνα. Αρχικά, έκαναν την εμφάνισή τους σε απομονωμένα ξέφωτα, στο δάσος, κι ύστερα άρχισαν να πυκνώνουν καθώς ο δασότοπος αραίωνε μέχρι που τα σκόρπια δέντρα εδώ κι εκεί του αφαιρούσαν αυτόν τον τίτλο. Από κει ξεκινούσε ένας καρόδρομος που περνούσε πάνω από τις πλαγιές και τις κορυφές των λόφων, εξυπηρετώντας καλύτερα από το γύρω περιβάλλον τούς πετρόχτιστους αγρούς. Οι πιο πολλές από αυτές τις πρώιμες φάρμες έμοιαζαν εγκαταλελειμμένες. Πού και πού έβλεπες μια καρέκλα με πλάτη να κείτεται πεσμένη μπροστά σε ένα αγροτόσπιτο, ή μια κούκλα φτιαγμένη από κουρέλια πεταμένη στο δρόμο. Τα βοσκοτόπια ήταν διάστικτα από ομάδες αδυνατισμένων βοδιών κι οκνηρών προβάτων, ενώ συχνά τα κοράκια τσακώνονταν πάνω από τα κουφάρια. Σε κανένα βοσκοτόπι δεν έβλεπες λιγότερα από δύο τουλάχιστον κουφάρια. Τα μικρά ποταμάκια είχαν γίνει ρυάκια που αυλάκωναν την αποξηραμένη λάσπη. Ολόκληρες εκτάσεις με καλλιέργειες, οι οποίες κανονικά θα έπρεπε να είναι καλυμμένες με χιόνι, έμοιαζαν έτοιμες να θρυμματιστούν και να γίνουν κουρνιαχτός, αν και μερικές ήδη είχαν μεταβληθεί σε σκόνη που παρασυρόταν μακριά από τον άνεμο.

Ένας θύσανος σκόνης σημείωνε το πέρασμα της φάλαγγας, μέχρι που ο στενός χωματόδρομος ενωνόταν με τον πλατύ πλακόστρωτο δρόμο που οδηγούσε στο Πέρασμα του Τζανγκάι. Εδώ υπήρχαν άνθρωποι, αν και λίγοι, ληθαργικοί κι απαθείς. Ο ήλιος κόντευε να αγγίξει τον ορίζοντα κι ο αέρας έμοιαζε να βγαίνει από φούρνο. Περιστασιακά, όλο και κάποια άμαξα που την οδηγούσαν βόδια ή άλογα περνούσε βιαστικά στον δρόμο, κατεβαίνοντας στενά μονοπάτια προτού χαθεί στους αγρούς. Οι οδηγοί και μια χούφτα αγρότες στέκονταν στην ύπαιθρο σαν χαζοί, παρακολουθώντας το πέρασμα των τριών λαβάρων.

Οι σχεδόν χίλιοι οπλισμένοι άντρες ήταν ικανοποιητικός λόγος για να τους τραβήξει την προσοχή. Χίλιοι οπλισμένοι άντρες που κατευθύνονταν βιαστικά κάπου. Όσοι τους παρακολουθούσαν, ξεφύσησαν με ανακούφιση μόλις χάθηκαν στον ορίζοντα.