Τελικά, κι ενώ ο ήλιος δεν ήθελε πολύ ακόμα για να βασιλέψει, ο δρόμος ανηφόρισε προς ένα ύψωμα κι εκεί, δύο ή τρία μίλια πιο πέρα, απλωνόταν η Καιρχίν. Ο Ραντ τράβηξε τα γκέμια κι οι Κόρες, όλες μαζί, έπεσαν στα γόνατα στο σημείο που βρίσκονταν. Ωστόσο, η ματιά τους παρέμεινε κοφτερή.
Τίποτα δεν φαινόταν να κινείται στους σχεδόν άδενδρους λόφους που περιτριγύριζαν την πόλη, μια τεράστια μάζα γκρίζας πέτρας που βυθιζόταν προς τον Ποταμό Αλγκουένυα, στη Δύση, άχαρη, με τετραγωνισμένα τείχη και τετράγωνους πύργους. Πλοιάρια διάφορων μεγεθών ήταν αγκυροβολημένα στον ποταμό, μερικά προσδεμένα στις αποβάθρες της αντικριστής όχθης, εκεί που βρίσκονταν οι σιταποθήκες. Κάποια σκάφη κινούνταν με πανιά ή με μακρόστενα πτερύγια. Άφηναν μια εντύπωση ειρήνης κι ευημερίας. Καθότι στον ουρανό δεν υπήρχε ούτε συννεφάκι, το φως ήταν έντονο κι οι τεράστιες σημαίες που κυμάτιζαν από τους πύργους της πόλης ήταν ορατές στον Πέριν όταν τις ξεδίπλωνε ο αέρας. Το πορφυρό Λάβαρο του Φωτός και το λάβαρο με τον λευκό Δράκοντα, το οφιοειδές πλάσμα με τα χρυσοπόρφυρα λέπια, καθώς κι ο χρυσογάλανος Ανατέλλων Ήλιος της Καιρχίν με τις κυματοειδείς ακτίνες. Υπήρχε κι ένα τέταρτο λάβαρο, παρόμοιας σπουδαιότητας με τα υπόλοιπα. Ένα ασημένιο διαμάντι σε στυλιζαρισμένο κοκκινοκίτρινο φόντο.
Χαμηλώνοντας τη μικρή διόπτρα από τα μάτια του, ο Ντομπραίν, συνοφρυωμένος, την έχωσε στην πέτσινη υποδοχή που έμοιαζε με σωλήνα και που ήταν δεμένη στη σέλα του. «Ελπίζω να κατάλαβαν λάθος οι βάρβαροι, γιατί, αν ο Οίκος Σάιγκαν συμμαχήσει με τον Ανατέλλοντα Ήλιο, η Κολαβήρ θα καταλάβει τον θρόνο. Θα αρχίσει να μοιράζει δώρα στην πόλη κάθε μέρα: λεφτά, φαγητό, κοσμήματα. Έτσι είναι το εθιμοτυπικό στη Γιορτή της Στέψης. Ο κυβερνήτης είναι πάντα δημοφιλής την πρώτη εβδομάδα της εξουσίας του». Έριξε ένα πλάγιο βλέμμα στον Ραντ. Το ζόρι που κατέβαλλε για να μιλήσει ευθέως είχε κάνει το πρόσωπό του να μοιάζει σκαμμένο. «Οι πληβείοι θα μπορούσαν να ξεσηκωθούν, αν δεν τους αρέσουν όσα κάνεις, και το αίμα θα έρεε στους δρόμους».
Το ευνουχισμένο ζώο του Χάβιεν άρχισε να αναπηδάει, αντανακλώντας την ανυπομονησία του κυρίου του, κι ο άντρας κοίταζε πότε τον Ραντ, πότε την πόλη και ξανά τον Ραντ. Δεν ήταν η πόλη του. Το είχε ξεκαθαρίσει και νωρίτερα πως δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα για το τι συνέβαινε στους δρόμους, αρκεί να ήταν ασφαλής ο κυβερνήτης του.
Για αρκετή ώρα ο Ραντ αγνάντευε εξεταστικά την πόλη, ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε. Ό,τι και να έβλεπε, το πρόσωπό του είχε μια μελαγχολική όψη. Η Μιν τον κοίταζε ανήσυχα και κάπως λυπημένα. «Θα φροντίσω να μη συμβεί κάτι τέτοιο», είπε τελικά. «Φλιν, μείνε εδώ, μαζί με τους στρατιώτες. Μιν...»
Η γυναίκα τον έκοψε απότομα. «Όχι! Θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πας, Ραντ αλ'Θόρ. Με χρειάζεσαι και το ξέρεις». Αυτό το τελευταίο ηχούσε περισσότερο σαν ικεσία παρά σαν απαίτηση, αν και μια γυναίκα με τις γροθιές τοποθετημένες στους γοφούς και με το κοφτερό της βλέμμα καρφωμένο επάνω σου, μάλλον δεν παρακαλάει.
«Θα έρθω κι εγώ», πρόσθεσε ο Λόιαλ, ακουμπώντας στον πέλεκυ με τη μακρόστενη λαβή. «Όποτε καταφέρνεις να κάνεις κάτι, εγώ λείπω». Η φωνή του ακουγόταν λυπητερή. «Άλλωστε, το απαιτεί το βιβλίο, Ραντ. Πώς μπορώ να γράψω για πράγματα των οποίων δεν ήμουν μάρτυρας;»
Εξακολουθώντας να κοιτάζει προς το μέρος της Μιν, ο Ραντ μισοσήκωσε το χέρι του, αλλά ύστερα το άφησε να πέσει. Η γυναίκα τον κοίταξε κατάματα.
«Είναι... είναι τρέλα». Κρατώντας σταθερά τα ηνία, ο Ντασίβα έφερε την παχουλή του φοράδα πιο κοντά στο μαύρο άλογο του Ραντ. Η απροθυμία στρέβλωνε τα χαρακτηριστικά του. Ακόμα κι οι Άσα'μαν μπορεί να ένιωθαν άβολα έτσι κοντά όπως ήταν στον Ραντ. «Το μόνο που χρειάζεται είναι ένας άντρας εξοπλισμένος με... ένα τόξο ή με ένα μαχαίρι κι η δουλειά έγινε. Στείλε κάποιον Άσα’μαν να κάνει ό,τι είναι αναγκαίο, ή κι ακόμα περισσότερα, αν το θεωρείς απαραίτητο. Μια πύλη προς το παλάτι κι όλα θα γίνουν στο άψε-σβήσε χωρίς κανείς να πάρει μυρωδιά».
«Και να κάθομαι εδώ μέχρι να βραδιάσει», τον έκοψε ο Ραντ, γυρνώντας το ευνουχισμένο ζώο έτσι ώστε να αντικρίζει κατάφατσα τον Ντασίβα, «μέχρι να μπορέσουν να μάθουν αρκετά καλά το μέρος για να ανοίξουν την πύλη; Με αυτόν τον τρόπο είναι σίγουρο πως δεν αποφεύγεται το αιματοκύλισμα. Μας είδαν ήδη από τα τείχη, εκτός κι αν είναι τυφλοί. Αργά ή γρήγορα, θα στείλουν κάποιον να μάθει πόσοι και ποιοι είμαστε». Η υπόλοιπη παράταξη παρέμενε κρυμμένη πίσω από το ύψωμα και τα λάβαρα είχαν χαμηλώσει, αλλά οι έφιπποι άντρες με τις Κόρες για συντροφιά στην κορυφογραμμή σίγουρα θα εξή-πταν την περιέργεια. «Θα γίνει με τον δικό μου τρόπο». Ύψωσε τη φωνή του θυμωμένος, αποπνέοντας ατόφια οργή. «Κανείς δεν πεθαίνει, εκτός αν το μοιραίο δεν μπορεί να αποφευχθεί, Ντασίβα. Χόρτασα θάνατο πια. Με κατάλαβες; Κανείς δεν πρόκειται να πεθάνει!»