Выбрать главу

«Όπως προστάζει ο Άρχοντάς μου Δράκοντας». Ο άντρας έκανε μια υπόκλιση αλλά ο τόνος της φωνής του ήταν ξινός κι η οσμή του...

Ο Πέριν έτριψε τη μύτη του. Αυτή η οσμή... ξεγλιστρούσε κι αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στον φόβο και στο μίσος, καθώς και μια ντουζίνα ακόμα συναισθήματα, που ξεπηδούσαν πολύ γρήγορα για να γίνουν διακριτά. Δεν αμφέβαλλε πια πως ο τύπος ήταν τρελός παρά την καλοκάγαθη φάτσα του. Αλλά δεν τον ενδιέφερε κιόλας. Τόσο κοντά...

Σπιρουνίζοντας τον Γοργοπόδη, κίνησε για την πόλη και τη Φάιλε, χωρίς να περιμένει τους άλλους. Μόλις που πρόσεξε τον Άραμ να τον ακολουθεί λίγο πιο πίσω. Δεν χρειαζόταν να τον δει για να καταλάβει πως ήταν εκεί. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν η Φάιλε. Αν κατάφερνε να φέρει τη Σουώλλοου ασφαλή στην πόλη... Επέβαλε στον Γοργοπόδη γρήγορο βηματισμό αλλά όχι καλπασμό, κάτι που θα τραβούσε την προσοχή με άμεσα επακόλουθα τις ερωτήσεις και την αναπόφευκτη καθυστέρηση.

Με την ταχύτητα αυτή, οι υπόλοιποι πρόλαβαν τόσο τον Άραμ όσο και τον ίδιον αρκετά γρήγορα. Η Μιν φαίνεται πως είχε ξεκινήσει, όπως κι ο Λόιαλ. Οι Κόρες διασκορπίστηκαν, ενώ μερικές έριχναν συμπονετικά βλέμματα στον Πέριν καθώς προχωρούσαν δίπλα του. Η Τσιάντ μελετούσε το έδαφος, μέχρι που βρέθηκε αρκετά μακριά του.

«Εξακολουθεί να μη μου αρέσει αυτό το σχέδιο», μουρμούρισε ο Χάβιεν, πλάι στον Ραντ. «Συγχώρα με, Άρχοντα Δράκοντα, αλλά δεν μου αρέσει».

Ο Ντομπραίν, από την άλλη μεριά του Ραντ, μούγκρισε. «Τα είπαμε αυτά, Μαγιενέ. Αν κάναμε αυτό που ήθελες, θα έκλειναν τις πύλες προτού προλάβουμε να διανύσουμε ένα μίλι». Ο Χάβιεν γρύλισε κάτι μέσα από τα δόντια του κι απομάκρυνε μερικά βήματα το άλογό του. Ήθελε να ακολουθήσουν όλοι τον Ραντ στην πόλη.

Ο Πέριν έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του, πέρα από τους Άσα'μαν. Ο Ντάμερ Φλιν, αναγνωρίσιμος από το πανωφόρι του, καθώς και μερικοί από τους άντρες των Δύο Ποταμών, ήταν ορατοί στην κορυφογραμμή, όρθιοι και κρατώντας τα άλογά τους. Ο Πέριν αναστέναξε. Δεν είχε πρόβλημα να φέρει μαζί του τους άντρες των Δύο Ποταμών, αλλά ο Ραντ μάλλον είχε δίκιο κι ο Ντομπραίν τον κάλυψε.

Ήταν εύκολο για λίγους άντρες να διεισδύσουν εκεί που δεν μπορούσε να περάσει ένας μικρός στρατός. Αν οι πύλες έκλειναν, οι Αελίτες θα έπρεπε να πολιορκήσουν την πόλη, αν είχαν ακόμα αυτή τη δυνατότητα, κι οι σκοτωμοί θα άρχιζαν ξανά. Ο Ραντ είχε παραχώσει το Σκήπτρο του Δράκοντα σε ένα από τα δισάκια του ευνουχισμένου του ζώου, έτσι που μονάχα η σκαλιστή λαβή εξείχε, κι αυτό το απέριττο πανωφόρι δεν έμοιαζε σε τίποτα με το ρούχο που θα έπρεπε να φοράει ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Για τους Άσα'μαν, κανείς στην πόλη δεν είχε ιδέα τι μπορεί να σήμαινε ένα μαύρο ρούχο. Ωστόσο, ήταν ευκολότερο να σκοτωθούν λίγοι άντρες παρά ένας μικρός στρατός, ακόμα κι αν οι περισσότεροι είχαν την ικανότητα της διαβίβασης. Ο Πέριν είχε παραστεί μάρτυρας ενός Άσά’μαν που διαπέρασε με το δόρυ του έναν Σάιντο, κι αυτός είχε πεθάνει όπως οποιοσδήποτε άνθρωπος.

Ο Ντασίβα γρύλισε κάτι μέσα από τα δόντια του. Ο Πέριν έπιασε τις λέξεις «ήρωας» και «τρελός» που είχαν προφερθεί με έναν τόνο εντελώς υποτιμητικό. Αν δεν υπήρχε η Φάιλε, ίσως και να συμφωνούσε. Κάποια στιγμή, ο Ραντ ατένισε προς τη μεριά του καταυλισμού των Αελιτών, που απλωνόταν πάνω από τους λόφους δύο ή τρία μίλια ανατολικά της πόλης, κι ο Πέριν κράτησε την ανάσα του. Όμως, ό,τι κι αν σκέφτηκε ο Ραντ, δεν είπε τίποτα και συνέχισε την πορεία του. Τίποτα δεν είχε μεγαλύτερη σημασία από τη Φάιλε. Τίποτα, άσχετα από το τι πίστευε ο Ραντ.

Σε απόσταση μισού μιλίου περίπου από τις πύλες, έπεσαν πάνω σε έναν άλλον καταυλισμό, κάτι που έκανε τον Πέριν να σκυθρωπιάσει. Ήταν αρκετά μεγάλος, σχεδόν σαν πόλη ολόκληρη, μια πυκνή ζώνη από ετοιμόρροπες χαμοκαλύβες και ξεχαρβαλωμένες σκηνές, κατασκευασμένες από άχρηστα αντικείμενα, διασκορπισμένος σε καμένη γη, αγκιστρωμένος μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι στα ψηλά, γκρίζα τείχη. Κάποτε αποκαλείτο Προπύλαια, ένας κυκεώνας από στριφογυριστούς δρόμους κι αλέες, προτού ακόμα τον κάψουν οι Σάιντο. Μερικοί κοιτούσαν σιωπηλοί καθώς η παράξενη ακολουθία παρήλαυνε, προσέχοντας περισσότερο τον Ογκιρανό και τις Αελίτισσες Κόρες, αλλά οι πιο πολλοί πήγαιναν βιαστικοί στις δουλειές τους, δύσπιστοι και κατσούφηδες, χωρίς να νοιάζονται να παρατηρήσουν οτιδήποτε δεν ανήκε στην τετριμμένη καθημερινότητά τους. Τα λαμπερά χρώματα και τα -πολύ συχνά- κουρελιασμένα κι επιδεικτικά ρούχα που κρέμονταν χαλαρά πάνω στα κορμιά των Προπυλιανών αναμειγνύονταν με τα ζοφερά ενδύματα που συνήθιζαν να φορούν οι Καιρχινοί και με τα απλά μαύρα ρούχα των χωρικών και των αγροτών. Οι Προπυλιανοί βρίσκονταν ήδη στην πόλη όταν έφυγε ο Πέριν, μαζί με χιλιάδες πρόσφυγες που είχαν καταφθάσει από τα βάθη της χώρας. Αρκετά από τα πρόσωπα που έβλεπε ήταν μωλωπισμένα και —ακόμη χειρότερα— χαρακωμένα και χωρίς επιδέσμους. Η Κολαβήρ θα πρέπει να τους είχε εξαρθρώσει. Ήταν αδύνατον να είχαν αφήσει την ασφάλεια των τειχών εκούσια. Οι Προπυλιανοί κι οι πρόσφυγες φοβούνταν την επιστροφή των Σάιντο όπως ο καυτηριασμένος το πυρωμένο σίδερο.