Выбрать главу

Ο δρόμος προχωρούσε ευθεία μέσα από τον καταυλισμό προς τις Πύλες του Τζανγκάι· τρεις ψηλές, τετράγωνες αψίδες στα πλευρά των οποίων υψώνονταν πύργοι. Κρανοφόροι άντρες χουζούρευαν στις επάλξεις, κρυφοκοιτάζοντας ανάμεσα από τα ανοίγματα, μέσα από τις πέτρινες προεξοχές. Κάποιοι κοιτούσαν προς το μέρος των αντρών που βρίσκονταν στη λοφοκορυφή, ενώ εδώ κι εκεί όλο και κάποιος αξιωματικός με κον έφερνε μια δίοπτρα στα μάτια του. Η μικρή ομάδα του Ραντ τραβούσε τα περίεργα βλέμματα. Έφιπποι άντρες κι Αελίτισσες Κόρες δεν ήταν και τόσο συνηθισμένο θέαμα. Οι βαλλίστρες διακρίνονταν στην κορυφή των πριονωτών τειχών, αλλά κανείς δεν τους σημάδευε. Οι σιδερόφρακτες πύλες έχασκαν ανοιχτές. Ο Πέριν κράτησε την ανάσα του. Το μόνο που ήθελε ήταν να καλπάσει προς το Παλάτι του Ήλιου και προς τη Φάιλε.

Λίγο πιο μέσα από την πύλη υπήρχε ένα χαμηλό πέτρινο φυλάκιο, όπου υποτίθεται πως εγγράφονταν οι ξένοι προτού εισέλθουν. Ένας αξιωματικός με τετραγωνισμένο πρόσωπο τους κοιτούσε κατσούφης και συνοφρυωμένος καθώς περνούσαν, παρακολουθώντας ανήσυχα τις Κόρες. Απλώς στεκόταν εκεί και παρατηρούσε.

«Όπως σας το είπα», είπε ο Ντομπραίν μόλις πλησίασαν το φυλάκιο. «Η Κολαβήρ έδωσε το ελεύθερο εισόδου στην πόλη για τη Γιορτή της Στέψης. Σε κανέναν δεν απαγορεύεται να παρευρεθεί, ακόμα κι αν είναι άτομο υπό κράτηση. Έτσι λέει το έθιμο». Ωστόσο, έμοιαζε ανακουφισμένος. Η Μιν αναστέναξε δυνατά κι ο Λόιαλ ξεφύσησε τόσο έντονα που κάλλιστα θα μπορούσε να ακουστεί δύο δρόμους παρακάτω. Ο Πέριν εξακολουθούσε να νιώθει ένα σφίξιμο στο στήθος. Η Σουώλλοου είχε μπει στην Καιρχίν. Αρκούσε τώρα να την πάει μέχρι το Βασιλικό Παλάτι.

Από κοντά, η Καιρχίν επιβεβαίωνε την εικόνα που έδινε από μακριά. Οι ψηλότεροι λόφοι βρίσκονταν μέσα στα τείχη, αλλά σχημάτιζαν βαθμίδες με πέτρινες προσόψεις, χάνοντας έτσι κάθε ομοιότητα με λόφο. Πλατιοί κατάμεστοι δρόμοι διασταυρώνονταν σε ορθές γωνίες. Σ' αυτή την πόλη, ακόμα κι οι αλέες σχημάτιζαν πλέγμα. Οι δρόμοι υψώνονταν και κατηφόριζαν απρόθυμα μαζί με τους λόφους, συχνά διαπερνώντας τους. Τόσο τα μαγαζιά όσο και τα παλάτια και τα διάφορα άλλα κτήρια, ακόμα και τα αντιτειχίσματα των πύργων, είχαν το σχήμα άκαμπτων τετραγώνων ή αυστηρών ορθογώνιων, περιτριγυρισμένων με υπερυψωμένες εξέδρες που έφταναν μέχρι τις λοφοκορυφές κι αποτελούσαν τους πάλαι ποτέ ασκεπείς πύργους της Καιρχίν, οι οποίοι ανασκευάστηκαν αφού είχαν καεί στους Πολέμους των Αελιτών. Η πόλη φάνταζε σκληρότερη από πέτρα, ένα μέρος που έμοιαζε να έχει σφυροκοπηθεί, κι οι σκιές που απλώνονταν παντού ενέτειναν αυτήν την εντύπωση. Οι τούφες στα αυτιά του Λόιαλ δεν σταμάτησαν στιγμή να συσπώνται. Ένα ανήσυχο συνοφρύωμα χάραζε το μέτωπό του και τα αιωρούμενα φρύδια του σκούπιζαν τα μάγουλά του.

Δεν υπήρχαν και πολλές ενδείξεις ότι επρόκειτο να τελεστεί η Γιορτή της Στέψης ή το Ανώτατο Τσάσαλαϊν. Ο Πέριν δεν είχε ιδέα τι συνεπαγόταν αυτή η Γιορτή, αλλά στους Δύο Ποταμούς η Μέρα του Στοχασμού ήταν μια γιορτή χαράς που ως σκοπό είχε να ξεχαστεί ο κρύος και ζοφερός χειμώνας. Εδώ, όμως, μια σιγή επικρατούσε στην ατμόσφαιρα, παρά την πολυκοσμία. Σε οποιοδήποτε άλλο μέρος, ο Πέριν θα νόμιζε πως η αφύσικη ζέστη έκανε τους ανθρώπους κακόκεφους, αλλά, εκτός από τους Προπυλιανούς, οι Καιρχινοί ήταν γενικά βαρύθυμοι κι ασκητικοί. Επιφανειακά τουλάχιστον. Το τι κρυβόταν από κάτω δεν είχε πολλή διάθεση να το σκεφτεί. Οι εκπαιδευτές γερακιών κι οι γυρολόγοι που θυμόταν είχαν χαθεί από τους δρόμους, όπως επίσης κι οι μουσικοί, οι ακροβάτες κι οι μαριονετίστες. Όλοι αυτοί θα πρέπει να βρίσκονταν στον καταυλισμό των κουρελήδων, έξω από τα τείχη. Μερικές ατομικά φορεία, βαμμένα μαύρα, διέσχιζαν τα σιωπηλά πλήθη. Ορισμένα έφεραν τα λάβαρα κάποιων Οίκων, λίγο μεγαλύτερα από κον, που εξείχαν άκαμπτα από πάνω. Κινούνταν αργά, όπως οι βοϊδάμαξες δίπλα στις οποίες βάδιζαν οι οδηγοί με τη βουκέντρα, ενώ οι άξονες των τροχών τους στρίγκλιζαν μέσα στην ησυχία. Οι ξενομερίτες ξεχώριζαν, ανεξάρτητα από το ότι δεν φορούσαν ρούχα με φανταχτερά χρώματα, γιατί ελάχιστοι εκτός από αυτούς ήταν έφιπποι. Οι αναπόφευκτα κοντύτεροι ντόπιοι με τα μαύρα τους ρούχα έμοιαζαν με κουρούνες, μόνο που είχαν ωχρά πρόσωπα. Εξίσου, βέβαια, ξεχώριζαν κι οι Αελίτες. Είτε ήταν ένας είτε δέκα μαζί βάδιζαν στους κενούς χώρους ανάμεσα στα πλήθη. Τα βλέμματα αποστρέφονταν από πάνω τους κι ο χώρος άδειαζε γύρω τους όπου κι αν πήγαιναν.