Αελίτικες φάτσες στέφονταν προς το μέρος της ομάδας καθώς αυτή περνούσε αργά μέσα από τα πλήθη. Μπορεί να μην αναγνώριζαν όλοι τον Ραντ μέσα στο πράσινο πανωφόρι του, αλλά ήξεραν ποιος ήταν ο ψηλός υδρόβιος που τον συνόδευαν οι Κόρες. Τα πρόσωπα αυτά, συλλογισμένα καθώς ήταν, προκαλούσαν ρίγος στη ραχοκοκαλιά του Πέριν και τον έκαναν να νιώθει ευγνώμων που ο Ραντ είχε αφήσει πίσω τις Άες Σεντάι. Αφήνοντας κατά μέρος τους Αελίτες, ο Αναγεννημένος Δράκοντας βάδιζε διαμέσου ενός ποταμού αδιαφορίας που άνοιγε για να περάσουν οι Κόρες κι έκλεινε πίσω από τους Άσα’μαν.
Το Βασιλικό Παλάτι της Καιρχίν, το Παλάτι του Ήλιου, το Παλάτι του Λαμπρού Ανατέλλοντος Ηλίου -οι Καιρχινοί ήταν ειδικοί στο να δίνουν ονόματα, το ένα πιο υπερβολικό από το άλλο- υψωνόταν στην κορυφή του ψηλότερου λόφου της πόλης, μια σκοτεινή μάζα τετραγωνισμένης πέτρας με βαθμιδωτούς πύργους που δέσποζαν πάνω από το κάθε τι. Ο δρόμος, η Οδός του Στέμματος, έγινε μια πλατιά και μακρόστενη ράμπα που ανυψωνόταν προς το μέρος του παλατιού κι ο Πέριν πήρε μια βαθιά ανάσα καθώς άρχισαν να την ανεβαίνουν. Εκεί πάνω ήταν η Φάιλε. Εκεί έπρεπε να είναι, σώα κι ασφαλής. Αν μη τι άλλο, ασφαλής. Άγγιξε τον κόμπο που κρατούσε τα ηνία της Σουώλλοου δεμένα σε έναν χαλκά, στο μπροστάρι της σέλας του, και χάιδεψε τον πέλεκυ που είχε περασμένο στη ζώνη του. Οι παπουτσωμένες οπλές των αλόγων ηχούσαν δυνατά στο πλακόστρωτο, ενώ οι Κόρες δεν έκαναν τον παραμικρό θόρυβο.
Οι φρουροί που στέκονταν μπροστά στις τεράστιες, μπρούντζινες πύλες παρακολουθούσαν την αργή τους πορεία κι αντάλλασσαν ματιές. Για Καιρχινοί στρατιώτες ήταν ντυμένοι με πολύχρωμα ρούχα, δέκα άντρες με τον Ανατέλλοντα Ήλιο σε χρυσαφί φόντο πάνω στους μαύρους θώρακές τους και μαντίλια με τα χρώματα του Οίκου Σάιγκαν δεμένα πίσω από τις κεφαλές των αλαβάρδων τους. Ο Πέριν μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις τους. Δεκατρείς έφιπποι άντρες που προχωρούσαν χωρίς βιασύνη, και μόνο δύο από αυτούς φορούσαν πανοπλία, η μία εκ των οποίων είχε τα κόκκινα χρώματα των Μαγιενών. Η όποια φασαρία θα μπορούσε να προέλθει μόνο από την Κάραλαϊν Ντέημοντρεντ κι από τον Τόραμ Ριάτιν, αλλά οι Μαγιενοί δεν είχαν καμιά ανάμειξη. Υπήρχε ακόμα μια γυναίκα κι ένας Ογκιρανός. Σίγουρα δεν σκόπευαν να δημιουργήσουν πρόβλημα. Ωστόσο, οι τρεις ντουζίνες περίπου Κόρες που βάδιζαν μπροστά από τα άλογα δεν έμοιαζαν να πηγαίνουν για τσάι. Για μια στιγμή, η ισορροπία έγινε εύθραυστη κι ύστερα μια Κόρη κάλυψε με πέπλο το πρόσωπό της. Οι φρουροί τινάχτηκαν, λες και κάτι τους χτύπησε, κι ένας από αυτούς έγειρε την αλαβάρδα του και κίνησε για τις πύλες. Έκανε δύο βήματα κι έμεινε αλύγιστος σαν άγαλμα. Ο κάθε φρουρός ακινητοποιήθηκε. Τίποτα δεν κουνιόταν εκτός από τα κεφάλια τους.
«Ωραία», μουρμούρισε ο Ραντ. «Τώρα, ελευθερώστε τη ροή κι αφήστε τους γι' αργότερα».
Ο Πέριν ανασήκωσε τους ώμους του, νιώθοντας άβολα. Οι Άσα'μαν είχαν απλωθεί από πίσω, καταλαμβάνοντας τον περισσότερο χώρο της ράμπας. Μάλλον χρησιμοποιούσαν τη Δύναμη. Το πιθανότερο ήταν πως αυτοί οι οκτώ είχαν την ικανότητα να διαλύσουν ολόκληρο το παλάτι, κάτι που μπορεί να έκανε κι ο Ραντ μοναχός του. Αν, όμως, από τις κορυφές των πύργων άρχιζαν να εκτοξεύονται βλήματα από τις βαλλίστρες, όλοι τους θα πέθαιναν, μια κι ήταν εύκολοι στόχοι πάνω στη ράμπα που δεν ήταν πια τόσο πλατιά.
Κανείς δεν κινείτο. Τα μάτια που τους αντίκριζαν από τα ψηλά στενά παράθυρα του παλατιού, στους διαδρόμους με τις κιονοστοιχίες που υψώνονταν από πάνω τους, δεν έβλεπαν τίποτα έξω από τα συνηθισμένα. Η Σούλιν επικοινώνησε με τη γλώσσα των χεριών που εφάρμοζαν οι Κόρες, κι αυτή που είχε καλύψει το πρόσωπό της με το βέλο χαμήλωσε το μαύρο ύφασμα βιαστικά. Είχε αναψοκοκκινίσει. Άρχισε να βαδίζει αργά, ανεβαίνοντας την πέτρινη ράμπα. Κάποια από τα κρανοφόρα κεφάλια των φρουρών κουνήθηκαν άγρια και τα μάτια τους έστριψαν προς τα επάνω. Ένας από αυτούς φαίνεται πως λιποθύμησε κι έγειρε όρθιος, με το πηγούνι του να ακουμπάει στο στήθος του. Τα ανοικτά τους στόματα έμοιαζαν εξαρθρωμένα, λες κι ήταν έτοιμοι να φωνάξουν, αλλά κανένας ήχος δεν έβγαινε. Ο Πέριν προσπάθησε να μη σκέφτεται τι μπορεί να ήταν αυτό που τους είχε φιμώσει. Το αργό βάδισμα συνεχίστηκε, μέσα από τις ανοικτές, μπρούντζινες πύλες κι από κει στην κεντρική αυλή.