Выбрать главу

Εδώ δεν υπήρχαν στρατιώτες και τα πέτρινα μπαλκόνια γύρω από την αυλή ήταν άδεια. Υπηρέτες με λιβρέες έτρεξαν προς το μέρος τους με το βλέμμα χαμηλωμένο για να πάρουν τα άλογα από τα ηνία και να κρατήσουν τους αναβολείς. Κόκκινες, κίτρινες κι ασημιές ραβδώσεις διέτρεχαν τα μανίκια των -κατά τα άλλα- μαύρων πανωφοριών και ρούχων, το καθένα από τα οποία είχε έναν μικρό Ανατέλλοντα Ήλιο στο αριστερό στέρνο. Ο Πέριν δεν είχε δει ποτέ στο παρελθόν Καιρχινό υπηρέτη με τόσο πολλά χρώματα. Δεν μπορούσαν να δουν τους φρουρούς, έξω, αλλά δεν είχε και πολλή σημασία. Στην Καιρχίν, οι υπηρέτες παίζουν τον δικό τους ρόλο στο Ντάες Ντα’εμάρ, το Παιχνίδι των Οίκων, αλλά προσποιούνταν πως αγνοούσαν τα πεπραγμένα όσων βρίσκονταν σε υψηλότερα κλιμάκια από τους ίδιους. Αν έδινες μεγάλη προσοχή σε αυτά που συνέβαιναν ανάμεσα στους ανωτέρους σου -ή, τουλάχιστον, αν σε έπιαναν στα πράσα να ανακατεύεσαι- θα έμπλεκες αργά ή γρήγορα. Στην Καιρχίν, ίσως και στις περισσότερες πολιτείες, οι συνηθισμένοι αστοί συνθλίβονταν κάτω από τις μπότες των μεγάλων χωρίς να το πάρει κανείς είδηση.

Μια κοντόχοντρη γυναίκα πήρε τον Γοργοπόδη και τη Σουώλλοου χωρίς να κοιτάξει καν προς το μέρος του Πέριν. Η Σουώλλοου βρισκόταν επιτέλους εντός του Παλατιού του Ήλιου, κι αυτό ήταν που είχε σημασία. Ωστόσο, δεν ήξερε ακόμα αν η Φάιλε ήταν νεκρή ή ζωντανή. Φαντασιώσεις ενός χαζού πιτσιρίκου.

Μετακινώντας τον πέλεκυ στον γοφό του, ακολούθησε τον Ραντ στα πλατιά γκρίζα σκαλοπάτια, στην αντικριστή μεριά της αυλής, κι ένευσε όταν ο Άραμ άπλωσε το χέρι πάνω από τον ώμο του για να χαλαρώσει το ξίφος του. Άντρες με λιβρέες άνοιξαν τις τεράστιες πόρτες στην κορυφή της σκάλας, πόρτες μπρούντζινες όπως οι εξωτερικές πύλες, σημαδεμένες με τον Ανατέλλοντα Ήλιο της Καιρχίν.

Παλαιότερα, ο διάδρομος της εισόδου θα εντυπωσίαζε τον Πέριν με το μεγαλείο του. Παχιές κάθετες κολόνες από μαύρο μάρμαρο συγκρατούσαν μια ορθογώνια, θολωτή οροφή δέκα βήματα πάνω από το πλακόστρωτο δάπεδο, τα χρώματα του οποίου εναλλάσσονταν από σκούρο μπλε σε βαθύ χρυσαφί. Επιχρυσωμένοι Ανατέλλοντες Ήλιοι παρήλαυναν γύρω από τα γείσα, ενώ ζωφόροι σκαλισμένες στους τοίχους απεικόνιζαν τις θριαμβευτικές μάχες των Καιρχινών. Ο χώρος ήταν άδειος, πέρα από μια χούφτα νεαρούς μαζεμένους κάτω από μια ζωφόρο, οι οποίοι σιώπησαν μόλις ο Πέριν κι οι υπόλοιποι έκαναν την εμφάνισή τους.

Δεν ήταν όλοι άντρες, όπως αντιλήφθηκε. Όλοι τους έφεραν ξίφη, αλλά τα τέσσερα από τα εφτά άτομα ήταν γυναίκες με πανωφόρια κι άνετες βράκες, όπως της Μιν, ενώ τα μαλλιά τους ήταν κοντοκουρεμένα σαν των αντρών, όχι ότι αυτών ήταν ιδιαίτερα κοντά, δηλαδή. Τα μαλλιά τόσο των αντρών όσο και των γυναικών ήταν πιασμένα σε ένα είδος ουράς που έφτανε στους ώμους κι ήταν δεμένη με μαύρη κορδέλα. Το πράσινο φόρεμα μιας από τις γυναίκες ήταν κάπως πιο ανοικτό από αυτά που φορούσαν συνήθως οι Καιρχινές, ενώ μιας άλλης ήταν λαμπερό γαλάζιο. Όλες οι υπόλοιπες ήταν μαυροντυμένες, ενώ μερικές ζωηρές λωρίδες χάραζαν εγκάρσια τα στήθη τους. Κοιτούσαν παρατηρητικά την παρέα του Ραντ - κι ειδικότερα τον ίδιο, όπως συνειδητοποίησε ο Πέριν. Τα κίτρινα μάτια του ξάφνιαζαν τους ανθρώπους, παρ' όλο που αυτός δεν το πρόσεχε παρά μόνο αν κάποιος αντιδρούσε. Τους παρατηρούσαν σιωπηλά, μέχρι που κι ο τελευταίος Άσα’μαν πέρασε μέσα κι οι πόρτες σφραγίστηκαν. Ο βρόντος κάλυψε για μια στιγμή τους έντονους ψιθύρους. Κατόπιν, άρχισαν να βαδίζουν κορδωμένοι, κυρίως οι γυναίκες που φάνταζαν περισσότερο αλαζονικές από τους άντρες. Ακόμα κι ο τρόπος που γονάτιζαν ήταν αλαζονικός.

Η πρασινοντυμένη γυναίκα έριξε μια ματιά σ' αυτήν με το γαλάζιο φόρεμα, η οποία είχε σκύψει το κεφάλι, κι είπε. «Άρχοντα Δράκοντα, λέγομαι Κάμαιλ Νολάισεν. Η Σελάντε Ντάρενγκιλ είναι η αρχηγός της κοινωνίας μας...» Βλεφάρισε μόλις η γαλαζοφορεμένη γυναίκα τής έριξε ένα άγριο βλέμμα. Παρά το αγριοκοίταγμα, κι αν ο Πέριν δεν έπεφτε έξω στις εκτιμήσεις του, η Σελάντε απέπνεε μια οσμή έντονου φόβου. Καθαρίζοντας τον λαιμό της, η Κάμαιλ συνέχισε. «Δεν πιστεύαμε πως... Δεν περιμέναμε να γυρίσεις... τόσο σύντομα».

«Ναι», είπε ο Ραντ ήρεμα. «Αμφιβάλλω αν υπήρχε έστω κι ένας που να πίστευε ότι θα γύριζα... τόσο σύντομα. Δεν έχετε κανέναν λόγο να με φοβάστε. Απολύτως κανέναν. Πιστέψτε με». Παραδόξως, λέγοντας αυτά τα λόγια, κοιτούσε κατευθείαν τη Σελάντε. Το κεφάλι της τινάχτηκε και, καθώς τον κοίταξε κατάματα, η οσμή του φόβου χάθηκε. Όχι εντελώς αλλά κατά μεγάλο ποσοστό. Πώς το ήξερε ο Ραντ; «Πού είναι η Κολαβήρ;» ρώτησε ο Αναγεννημένος Δράκοντας.

Η Κάμαιλ άνοιξε το στόμα της να απαντήσει, αλλά η Σελάντε την πρόλαβε. «Στη Μεγάλη Αίθουσα του Ήλιου». Η φωνή της δυνάμωσε καθώς μιλούσε, ενώ η μυρωδιά του φόβου εξασθένιζε. Περιέργως, μια χροιά ζήλιας χρωμάτισε φευγαλέα τη φωνή της όταν κοίταξε τη Μιν. Μερικές φορές, η αίσθηση της οσμής του θόλωνε τα πράγματα αντί να τα διαφωτίσει. «Είναι η τρίτη Σύνοδος του Δειλινού», συνέχισε η γυναίκα. «Δεν είμαστε και τόσο σημαντικά πρόσωπα για να την παρακολουθήσουμε κι, άλλωστε, έχω την εντύπωση πως εμείς, οι άνθρωποι των κοινωνιών, την κάνουμε να αισθάνεται άβολα».