«Η τρίτη», μουρμούρισε ο Ντομπραίν. «Έχει φθάσει κιόλας το ένατο λιόγερμα από τη στέψη της. Δεν έχασε χρόνο. Αν μη τι άλλο, θα βρίσκονται όλοι μαζί. Κανείς δεν θα χάσει την τελετή, ασχέτως αξιώματος και βαθμού κι ασχέτως καταγωγής».
Η Σελάντε ανασηκώθηκε λίγο στα πόδια της και κατάφερε να δώσει την εντύπωση ότι κοιτούσε τον Ραντ κατάματα. «Είμαστε έτοιμοι να χορέψουμε τα δόρατα για χάρη σου, Άρχοντα Δράκοντα». Η Σούλιν κούνησε το κεφάλι της, μορφάζοντας, ενώ μια άλλη Κόρη γόγγυσε ηχηρά. Αρκετές έμοιαζαν έτοιμες να προβούν ακόμα και σε πράξεις βίας, κάτι που μαρτυρούσε κι η οσμή τους. Οι Αελίτες δεν έβγαζαν νόημα από τα καμώματα αυτών των νεαρών υδροβίων. Από τη δική τους οπτική γωνία, το πρόβλημα ήταν ότι, με κάποιον τρόπο, προσπαθούσαν να γίνουν Αελίτες, να ακολουθήσουν τη δική τους εκδοχή του τζι'ε'τόχ. Δεν ήταν μονάχα αυτοί οι εφτά όλοι κι όλοι. Εκατοντάδες ηλίθιοι θα μπορούσαν να βρεθούν σε ολόκληρη την πόλη, οργανωμένοι σε κοινωνίες που θα μιμούνταν τους Αελίτες. Απ' όσα είχε ακούσει ο Πέριν, οι μισοί Αελίτες ήθελαν να τους βοηθήσουν κι οι άλλοι μισοί να τους στραγγαλίσουν.
Όσον αφορούσε στον ίδιον, πεντάρα δεν έδινε αν διέστρεφαν εντελώς το τζι'ε'τόχ. «Πού είναι η γυναίκα μου;» απαίτησε να μάθει. «Πού είναι η Φάιλε;» Οι νεαροί βλάκες πήραν αμυντική στάση κι αντάλλαξαν ματιές. Αμυντική στάση!
«Βρίσκεται στη Μεγάλη Αίθουσα του Ήλιου», αποκρίθηκε αργά η Σελάντε. «Είναι... μια από τις... τις συνοδούς της Βασίλισσας, της Κολαβήρ».
«Μην ταράζεσαι, Πέριν», του ψιθύρισε η Μιν. «Κάποιον λόγο θα έχει, το ξέρεις».
Ανασηκώνοντας τους ώμους του μέσα από το πανωφόρι του, ο Πέριν πάσχισε να συγκρατηθεί. Συνοδός της Κολαβήρ; Το μόνο σίγουρο ήταν ότι, όποιος κι αν ήταν αυτός ο λόγος θα πρέπει να ήταν ικανοποιητικός.
Η Σελάντε κι οι υπόλοιποι αντάλλαξαν αμυντικές ματιές για άλλη μια φορά. Ένας από τους άντρες, ένας νεαρός με μυτερή μύτη, ψιθύρισε χαμηλόφωνα και κάπως άγρια. «Ορκιστήκαμε να μην το αποκαλύψουμε σε κανέναν! Σε κανέναν! Ορκιστήκαμε στο νερό!»
Προτού ο Πέριν προλάβει να απαιτήσει να του αποκαλύψουν τα πάντα, μίλησε ο Ραντ. «Οδήγησέ μας στη Μεγάλη Αίθουσα, Σελάντε. Δεν θα υπάρξει χορός των δοράτων. Βρίσκομαι εδώ για να αποδώσω δικαιοσύνη σε όσους την αξίζουν».
Υπήρχε κάτι στη φωνή του που έκανε τον Πέριν να ριγήσει. Μια σκληράδα απειλητική, σαν την πλευρά του σφυριού. Η Φάιλε όντως έπρεπε να έχει έναν καλό λόγο για όλα αυτά. Έπρεπε.
5
Το Σπασμένο Στέμμα
Παρά το ότι ήταν πλατιοί και ψηλοί, οι διάδρομοι έμοιαζαν κοντινοί ο ένας με τον άλλον και μουντοί, μολονότι οι ψηλές, επιχρυσωμένες λάμπες στους στατήρες διέθεταν καθρέφτες στο κάθε τους τμήμα, οι οποίοι φώτιζαν κάθε σημείο που δεν μπορούσε να φτάσει το φως της ημέρας. Οι κρεμαστές ταπετσαρίες στους τοίχους ήταν ελάχιστες κι αρκετά απομακρυσμένες μεταξύ τους κι απεικόνιζαν σκηνές κυνηγιού και μαχών, με τους ανθρώπους και τα ζώα παραταγμένα με τέτοια ακρίβεια που ούτε η ίδια η φύση δεν μπορούσε να φτιάξει. Οι σκόρπιες εσοχές φιλοξενούσαν διάφορες γαβάθες και βάζα, πού και πού κάποιο μικρό αγαλματίδιο, χρυσό, ασημένιο ή αλαβάστρινο, αλλά ακόμα κι αυτά τα κομψοτεχνήματα έμοιαζαν να δίνουν έμφαση στο γεγονός ότι ήταν φτιαγμένα από πέτρα ή μέταλλο, λες κι οι γλύπτες είχαν προσπαθήσει να αποβάλουν τις καμπύλες.
Η σιγαλιά της πόλης μεγεθυνόταν σε αυτό το μέρος. Ο ήχος από τις μπότες τους στο κεραμικό δάπεδο αντηχούσε σαν κούφια, προφητική προέλαση. Ο Πέριν ήταν σίγουρος πως κι άλλοι είχαν την ίδια εντύπωση με αυτόν. Ανά δεύτερο βήμα, τα αυτιά του Λόιαλ τρεμούλιαζαν κι ο Ογκιρανός ατένιζε τους διαδρόμους που διέσχιζαν, λες κι αναρωτιόταν τι επρόκειτο να ξεπηδήσει από κει. Η Μιν περπατούσε με ζωηρά βήματα, αλύγιστη, μορφάζοντας θλιμμένα όποτε τύχαινε να πέσει το βλέμμα της στον Ραντ. Έμοιαζε να καταβάλλει προσπάθεια ώστε να μη βαδίζει πλάι του, κάτι που φαίνεται πως δεν την ευχαριστούσε κι ιδιαίτερα. Οι νεαροί Καιρχινοί βημάτιζαν καμαρωτοί σαν παγώνια, αλλά η υπεροψία αυτή ξεθύμανε μόλις αντιλήφθηκαν ότι ο τυμπανιστός ήχος των τακουνιών τους αντηχούσε στον γύρω χώρο. Ακόμα κι οι Κόρες το αισθάνθηκαν. Η Σούλιν ήταν η μόνη που το χέρι της δεν σηκώθηκε ούτε μια φορά προς το πέπλο που κρεμόταν μέχρι το στήθος της.