Выбрать главу

Παντού, φυσικά, υπήρχαν υπηρέτες· άντρες και γυναίκες με χλωμές, στενές μούρες, με μαύρα πανωφόρια και φορέματα που απεικόνιζαν τον Ανατέλλοντα Ήλιο στην αριστερή μεριά του στήθους, ενώ οι λωρίδες στα μανίκια είχαν τα χρώματα της Κολαβήρ. Κάποιοι έμεναν με το στόμα ανοιχτό αναγνωρίζοντας τον Ραντ ανάμεσα σε αυτούς που περνούσαν. Μια χούφτα από δαύτους έπεσαν στα γόνατα, με τα κεφάλια κατεβασμένα. Οι περισσότεροι συνέχισαν τις δουλειές τους ύστερα από μια μικρή παύση για να υποκλιθούν, όπως ακριβώς και στην αυλή. Δείξε τον ανάλογο σεβασμό στους ανωτέρους σου, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Υπάκουσέ τους, κοίτα τη δουλειά σου κι άσε τους να κάνουν τη δική τους, κι ίσως γλιτώσεις τα μπλεξίματα. Αυτός ο τρόπος σκέψης εξόργιζε τον Πέριν. Κανείς δεν δικαιούτο να ζει έτσι.

Δύο τύποι που φορούσαν τη χαρακτηριστική λιβρέα της Κολαβήρ και στέκονταν μπροστά στις επιχρυσωμένες πόρτες της Μεγάλης Αίθουσας του Ήλιου, συνοφρυώθηκαν μόλις αντίκρισαν τις Κόρες και τους νεαρούς Καιρχινούς. Οι γηραιότεροι κοίταζαν λοξά τα φιντανάκια που παρίσταναν τους Αελίτες. Κάμποσοι γονείς είχαν προσπαθήσει να βάλουν ένα τέλος σε αυτή τη συνήθεια, απαιτώντας από τους γιους και τις θυγατέρες τους να τα παρατήσουν και δίνοντας εντολές στους ένοπλους και στους υπηρέτες να κυνηγούν τους ομοϊδεάτες νεαρούς και νεαρές σαν να ήταν κοινοί αλήτες. Ο Πέριν δεν θα εκπλησσόταν, αν αυτοί οι πορτιέρηδες εμπόδιζαν με τα επίχρυσα ραβδιά τους την είσοδο στη Σελάντε και στις φίλες της, ασχέτως του αν ήταν ευγενείς ή όχι, ακόμα και στις ίδιες τις Κόρες. Λίγοι Καιρχινοί τολμούσαν να αποκαλέσουν τους Αελίτες άγριους, κι αυτοί φρόντιζαν να μην ακουστούν παραπέρα, αλλά οι περισσότεροι το σκέφτονταν. Οι πορτιέρηδες προετοιμάστηκαν ψυχολογικά, πήραν μια βαθιά ανάσα, και πρόσεξαν τον Ραντ πάνω από τα κεφάλια των Κορών. Τα μάτια τους γούρλωσαν σχεδόν κι, αφού αντάλλαξαν μερικές πλάγιες ματιές, έπεσαν στα γόνατα. Ο ένας είχε καρφώσει το βλέμμα του στο πάτωμα κι ο άλλος κράτησε τα μάτια του ερμητικά κλειστά. Ο Πέριν τον άκουσε να προσεύχεται μέσα από τα δόντια του.

«Με αγαπούν, λοιπόν», είπε ο Ραντ ήρεμα. Μετά βίας ήταν ο εαυτός του. Η Μιν τον άγγιξε στο μπράτσο και μια έκφραση πόνου χαράχτηκε στο πρόσωπό της. Ο Ραντ της χτύπησε μαλακά το χέρι χωρίς να την κοιτάει, πράγμα που, για κάποιο λόγο, την έκανε να νιώσει ακόμα χειρότερα.

Η Μεγάλη Αίθουσα του Ήλιου ήταν πελώρια, με μια θολωτή, υπό γωνία, οροφή που έφτανε σε ύψος πενήντα ολόκληρων βημάτων και μεγάλους, χρυσούς φανούς που κρέμονταν από επίχρυσες αλυσίδες, αρκετά παχιές για να μετακινήσουν τις πύλες ενός κάστρου. Ο χώρος ήταν τεράστιος και γεμάτος κόσμο που συνωστιζόταν ανάμεσα στους ογκώδεις, ευθύγραμμους κίονες από σκούρο μπλε, φλεβώδες μάρμαρο, παραταγμένους σε δύο σειρές κατά μήκος του κεντρικού διαδρόμου. Όσοι βρίσκονταν στο πίσω μέρος της αίθουσας παρατήρησαν πρώτοι τους νεοφερμένους. Κοιτούσαν έντονα γύρω τους, γεμάτοι περιέργεια, φορώντας μακρόστενα αλλά και κοντά πανωφόρια. Άλλοι πάλι ήταν ντυμένοι με ρούχα σε λαμπερά χρώματα, κεντητά ή φθαρμένα από το ταξίδι. Οι λίγες γυναίκες, στο πίσω μέρος της σάλας, φορούσαν ενδυμασίες ιππασίας και κοιτούσαν ευθεία μπροστά, με πρόσωπα εξίσου σκληροτράχηλα με των αντρών.

Κυνηγοί του Κέρατος, σκέφτηκε ο Πέριν. Ο Ντομπραίν είχε πει ότι κάθε ευγενής θα μπορούσε κάλλιστα να είναι κι ένας Κυνηγός. Αλλωστε, οι περισσότεροι Κυνηγοί είχαν αριστοκρατική καταγωγή ή έτσι ισχυρίζονταν τουλάχιστον. Άσχετα αν αναγνώρισαν τον Ραντ ή όχι, σίγουρα κάτι διαισθάνθηκαν. Τα χέρια ψαχούλεψαν για σπαθιά και εγχειρίδια που μέχρι πριν από λίγη ώρα έλειπαν. Πολλοί Κυνηγοί αναζητούσαν την περιπέτεια καθώς και μια θέση στην ιστορία, μαζί με το Κέρας του Βαλίρ. Μπορεί να μην αναγνώριζαν τον Αναγεννημένο Δράκοντα, αλλά σίγουρα μπορούσαν να διακρίνουν τον κίνδυνο όταν έρχονταν πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του.

Οι υπόλοιποι που είχαν μαζευτεί στη Μεγάλη Αίθουσα ήταν λιγότερο συντονισμένοι με τον κίνδυνο ή, πιο σωστά, ασχολούνταν περισσότερο με τις ίντριγκες και τις δολοπλοκίες παρά με τις άμεσες απειλές. Ο Πέριν είχε διασχίσει κατά το ένα τρίτο τον μακρύ κεντρικό διάδρομο, ακολουθώντας κατά πόδας τον Ραντ, προτού οι κραυγές έκπληξης γεμίσουν την αίθουσα σαν πνοή δυνατού ανέμου. Ωχροί Καιρχινοί Άρχοντες με πολύχρωμα κουρέλια κατά μήκος του στέρνου των μαύρων μεταξένιων πανωφοριών τους. Κάποιοι από αυτούς είχαν το μπροστινό μέρος του κεφαλιού τους ξυρισμένο κι αλειμμένο με πούδρα. Καιρχινές κυρίες με ραβδώσεις στους μαύρους και ψηλόλαιμους χιτώνες τους και δαντέλες που κάλυπταν τα χέρια τους, ενώ τα μαλλιά τους σχημάτιζαν περίτεχνους πύργους που τους πρόσθεταν ακόμα ένα πόδι ύψος. Ανώτατοι Άρχοντες από την Πέτρα του Δακρύου κι Άρχοντες των Μεθορίων με περιποιημένες μυτερές γενειάδες, καλυμμένες με αιθέρια έλαια, βελουδένια καπέλα και πολύχρωμα πανωφόρια με φουσκωτά μανίκια με σατινένιες ρίγες. Δακρυνές κυρίες με ακόμα πιο πολύχρωμους μανδύες, με πλατιά, δαντελένια κολάρα και κλειστούς σκούφους, διακοσμημένους με μαργαριτάρια, φεγγαρόπετρες και ζαφείρια. Ήξεραν καλά τον Πέριν και, πιθανότατα, εξίσου καλά ήξεραν τον Ντομπραίν, τον Χάβιεν και τη Μιν, αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι γνώριζαν τον Ραντ. Ένα κύμα αναγνώρισης τον συνόδευε καθώς περπατούσε στην Αίθουσα. Με μάτια γουρλωμένα και στόματα ορθάνοιχτα, τον παρακολουθούσαν ακίνητοι, τόσο ώστε ο Πέριν νόμισε πως οι Άσα'μαν τους ακινητοποίησαν, όπως τους φρουρούς έξω από το παλάτι. Ο χώρος ήταν μια θάλασσα από γλυκά αρώματα και μια υποβόσκουσα οσμή ιδρώτα, αλλά πάνω απ' όλα, σαν φρικτή μυρωδιά, πλανιόταν ο φόβος.