Η Κολαβήρ έδειξε να ξαφνιάζεται. «Για ποιο λόγο να...» Πήρε μια βαθιά ανάσα, συμμαζεύοντας την αξιοπρέπειά της. Ήταν μια μεσήλικη γυναίκα, αρκετά όμορφη, χωρίς ίχνος γκριζάδας στα μαύρα της μαλλιά. Το παρουσιαστικό της ήταν ηγεμονικό, κι αυτό δεν είχε να κάνει με το στέμμα που φορούσε στο κεφάλι της. Ήταν γεννημένη να προστάζει και να εξουσιάζει, έτσι πίστευε η ίδια τουλάχιστον. Τα μάτια της, βαριά και ζυγιστικά, πρόδιδαν μια σπάνια ευφυΐα. «Άρχοντά μου Δράκοντα», είπε, κάνοντας μια υπόκλιση τόσο βαθιά ώστε έμοιαζε να παρωδεί την κίνηση, «καλωσορίζω την επιστροφή σου. Ολόκληρη η Καιρχίν σε καλωσορίζει». Με τον τρόπο που το είπε, έμοιαζε να αυτοεπαναλαμβάνεται.
Με αργά βήματα, ο Ραντ ανέβηκε τα σκαλοπάτια του βάθρου. Η Μιν έκανε να τον ακολουθήσει, αλλά τελικά έμεινε πίσω με τα χέρια σταυρωμένα. Ο Πέριν τον ακολούθησε, με σκοπό να βρεθεί πιο κοντά στη Φάιλε, αλλά μόνο μέχρι τα μισά της διαδρομής. Ήταν το βλέμμα της που τον σταμάτησε. Ένα βλέμμα διερευνητικό, όπως της Κολαβήρ, καρφωμένο τόσο επάνω του όσο και στον Ραντ. Ο Πέριν ευχήθηκε να μπορούσε να την οσμιστεί. Όχι αναγκαστικά να προσπαθήσει να ανακαλύψει το πώς και το γιατί, απλώς να τη μυρίσει. Τα αρώματα κι ο φόβος κάλυπταν σαν θάλασσα τα πάντα. Γιατί δεν μιλούσε; Γιατί δεν ερχόταν κοντά του, γιατί δεν του χαμογελούσε καν; Ένα χαμόγελο ήταν αρκετό.
Η Κολαβήρ έδειχνε ελαφρώς σφιγμένη. Το κεφάλι της δεν έφτανε πάνω από το στήθος του Ραντ, αν κι ο πύργος των μαλλιών της την έκανε να φαίνεται στο ύψος του. Απέστρεψε τη ματιά του από το πρόσωπό της και την εστίασε στις γυναίκες που ήταν παραταγμένες αμφοτέρωθεν του θρόνου. Ίσως το βλέμμα του να έμεινε λίγο παραπάνω στη Φάιλε, ο Πέριν δεν ήταν σίγουρος.
Ο Ραντ ακούμπησε το χέρι του στο βαρύ μπράτσο του Θρόνου του Ηλίου. «Ξέρεις πως εννοώ την Ηλαίην Τράκαντ». Η φωνή του δεν φανέρωνε κανένα συναίσθημα.
«Άρχοντά μου Δράκοντα», απάντησε η Κολαβήρ ήρεμα, «πέρασε πολύς καιρός από τότε που η Καιρχίν είχε κάποιον ηγέτη. Καιρχινό ηγέτη. Εσύ ο ίδιος είπες πως δεν ενδιαφέρεσαι για τον Θρόνο του Ηλίου, ενώ η Ηλαίην Τράκαντ θα μπορούσε να τον διεκδικήσει», μια γρήγορη και κάπως αδιόρατη χειρονομία έδειξε την απιθανότητα μιας τέτοιας περίπτωσης, «αν ήταν ακόμα ζωντανή. Οι διαδόσεις λένε πως είναι νεκρή, όπως κι η μάνα της». Επικίνδυνα λόγια. Υπήρχαν και κάποιες άλλες διαδόσεις που έλεγαν πως ο Ραντ τις είχε σκοτώσει και τις δύο. Η γυναίκα δεν ήταν δειλή.
«Η Ηλαίην ζει». Ο τόνος της φωνής εξακολουθούσε να είναι επίπεδος, αλλά τα μάτια του Ραντ έκαιγαν. Ο Πέριν αδυνατούσε, να πιάσει την οσμή του, όπως και της Φάιλε επίσης, αλλά δεν χρειαζόταν τη μύτη του για να αναγνωρίσει την υποβόσκουσα οργή. «Θα πάρει το στέμμα του Άντορ και της Καιρχίν».
«Άρχοντά μου Δράκοντα, ό,τι έγινε, έγινε. Αν υπάρχει κάτι που το θεώρησες σαν προσβολή...»
Παρά την αξιοπρέπειά της και το κουράγιο της, η Κολαβήρ έκανε εμφανή προσπάθεια να μη μορφάσει καθώς ο Ραντ άπλωσε το χέρι του κι έπιασε το Στέμμα του Ήλιου. Ακούστηκε ένας έντονος, ξερός ήχος από μέταλλο που σπάει απότομα και το στέμμα κάμφθηκε, ανακατεύοντας τον πύργο από τους βοστρύχους καθώς, αργά-αργά, τραβιόταν από το κεφάλι της κι άρχιζε να ισιώνει. Μερικές από τις λαμπερές, κίτρινες πέτρες ξεπήδησαν από τις εσοχές κι έπεσαν στο πάτωμα. Ο Ραντ κράτησε το ισιωμένο μέταλλο κι αυτό, εξίσου αργά, άρχισε να αναδιπλώνεται μέχρι που οι άκρες του συναντήθηκαν ξανά και... Ίσως οι Άσα’μαν να μπορούσαν να δουν τι είχε συμβεί και να καταλάβαιναν, αλλά αυτό που είδε ο Πέριν ήταν ότι τη μια στιγμή το στέμμα ήταν σπασμένο και την επόμενη είχε επανέλθει στην αρχική του μορφή. Κανείς από τους ευγενείς δεν έβγαλε άχνα, δεν ακούστηκε ούτε σύρσιμο ποδιών. Ο Πέριν σκέφτηκε πως μάλλον φοβούνταν. Η μύτη του τού έλεγε ότι ο απόλυτος τρόμος κυριαρχούσε πλέον παντού, ισχυρότερος από κάθε άλλη μυρωδιά. Δεν τρεμούλιαζε απλώς, αλλά συσπάτο άγρια.
«Ό,τι κι αν έχει γίνει», είπε ο Ραντ μαλακά, «μπορεί να ξεγίνει».
Η Κολαβήρ χλώμιασε. Τα λίγα τσουλούφια που είχαν ξεφύγει από την κόμμωσή της την έκαναν να μοιάζει εξαγριωμένη, έτοιμη να ορμήσει. Ξεροκατάπιε κι άνοιξε το στόμα της δύο φορές προτού καταφέρει να μιλήσει. «Άρχοντά μου Δράκοντα...» Η φωνή της ήταν ένας αδύναμος ψίθυρος, αλλά, συνεχίζοντας, ο τόνος έγινε πιο έντονος, με μια χροιά απόγνωσης. Η Βασίλισσα έδινε την εντύπωση πως είχε ξεχάσει τους υπόλοιπους παρισταμένους στην αίθουσα. «Τήρησα τους νόμους σου κι υπερασπίστηκα την πολιτική σου, ακόμα κι όταν αυτή εναντιωνόταν στους αρχαίους νόμους της Καιρχίν και στα έθιμα». Προφανώς, εννοούσε τους νόμους που επέτρεπαν σε έναν ευγενή να σκοτώσει έναν αγρότη ή βιοτέχνη χωρίς να έχει καμιά συνέπεια. «Άρχοντά μου Δράκοντα, ο Θρόνος του Ηλίου είναι δικός σου, και μπορείς να τον παραχωρήσεις σε όποιον θέλεις. Το...το γνωρίζω πολύ καλά. Έκανα...λάθος που τον πήρα χωρίς τη συγκατάθεσή σου. Ωστόσο, μου ανήκει δικαιωματικά λόγω καταγωγής και συγγένειας εξ αίματος. Αν χρειάζεται να τον πάρω από το ίδιο σου το χέρι, τότε δώσε μου τον. Τον δικαιούμαι!» Ο Ραντ την κοίταζε χωρίς να λέει τίποτα. Έμοιαζε να ακούει κάτι, όχι όμως τα λόγια της.