Οι ευγενείς άκουσαν τον Ραντ το ίδιο ξεκάθαρα όσο κι η Ανούρα. Παρακολουθούσαν ανήσυχα τις Κόρες με τα πέπλα. Τώρα, φάνηκαν να απομακρύνονται από τους Άσα'μαν, στριμωγμένοι σαν ψάρια στο βαρέλι. Εδώ κι εκεί, όλο και κάποιος λιποθυμούσε και το πλήθος τον συγκρατούσε για να μην πέσει.
Ανατριχιασμένη, η Ανούρα τακτοποίησε το σάλι της κι ανέκτησε όλη την κομπορρημοσύνη και την αταραξία μιας Άες Σεντάι. «Είμαι η Ανούρα Λάρισεν, Άρχοντά μου Δράκοντα, κι ανήκω στο Γκρίζο Άτζα». Τίποτα επάνω της δεν έδειχνε πως χρησιμοποιούσε θωράκιση, και μάλιστα παρουσία αντρών με την ικανότητα της διαβίβασης. Έμοιαζε να του απαντάει απλώς για να του κάνει τη χάρη. «Είμαι η σύμβουλος της Μπερελαίν, της Πρώτης του Μαγιέν». Να γιατί μειδιούσε σαν τρελαμένος ο Χάβιεν. Είχε αναγνωρίσει τη γυναίκα. Ο Πέριν πάντως δεν είχε την παραμικρή παρόμοια διάθεση. «Έχει κρατηθεί μυστικό, όπως καταλαβαίνεις», συνέχισε η γυναίκα, «εξαιτίας της στάσης του Δακρύου τόσο απέναντι στο Μαγιέν όσο κι απέναντι στις Άες Σεντάι, αλλά νομίζω πως έχει περάσει πια ο καιρός των μυστικών, έτσι δεν είναι;» Η Ανούρα στράφηκε προς την Κολαβήρ και τα χείλη της σφίχτηκαν. «Σε άφησα να πιστεύεις αυτό που ήθελες, αλλά οι Άες Σεντάι δεν γίνονται σύμβουλοι απλώς και μόνο επειδή τους το λέει κάποιος. Ειδικά όταν είναι ήδη σύμβουλοι κάποιου άλλου».
«Αν η Μπερελαίν επιβεβαιώσει την ιστορία σου», είπε ο Ραντ, «θα σε ελευθερώσω και θα σε παραδώσω υπό την κηδεμονία της». Κοίταξε το στέμμα και φάνηκε να αντιλαμβάνεται για πρώτη φορά πως τα χρυσαφιά πετράδια βρίσκονταν ακόμα στο χέρι του. Τα τοποθέτησε απαλά στο μεταξένιο κάθισμα του Θρόνου του Ηλίου. «Δεν πιστεύω πως κάθε Άες Σεντάι είναι εχθρός μου, όχι εντελώς δηλαδή, αλλά δεν θα ανεχτώ καμία ραδιουργία πλέον, καμία χειραγώγηση. Η επιλογή είναι δική σου, Ανούρα, αν όμως κάνεις λάθος θα πας κατευθείαν στις Σοφές. Αν, δηλαδή, καταφέρεις να επιβιώσεις αρκετά. Αδυνατώ να παρεμποδίσω τους Άσα'μαν και το παραμικρό λάθος θα σου στοιχίσει».
«Οι Άσα'μαν», είπε ήρεμα η Ανούρα. «Κατάλαβα». Έγλειψε με τη γλώσσα τα χείλη της.
«Άρχοντά μου Δράκοντα, η Κολαβήρ σχεδίαζε να σπάσει τον όρκο πίστης». Ο Πέριν ήθελε τόσο πολύ να μιλήσει η Φάιλε που, όταν το έκανε, αναπήδησε. Η γυναίκα αποσπάστηκε από την παράταξη της ακολουθίας. Διαλέγοντας προσεκτικά τις λέξεις της, αντιμετώπισε την επίδοξη βασίλισσα σαν αετός έτοιμος να χιμήσει. Μα το Φως, πόσο όμορφη ήταν! «Ορκίστηκε να σε υπακούει πιστά και να υπερασπίζεται τους νόμους σου, αλλά έκανε σχέδια για να διώξει τους Αελίτες από την Καιρχίν, να τους στείλει νότια και να επαναφέρει την κατάσταση όπως ήταν προτού έρθεις. Έλεγε επίσης πως, αν γύριζες ποτέ, δεν θα τολμούσες να αλλάξεις ό,τι είχε κάνει αυτή. Η γυναίκα στην οποία τα έλεγε όλα αυτά, η Μάιρ, ήταν μια από τις ακολούθους. Χάθηκε λίγο αφότου μου τα είπε. Δεν έχω αποδείξεις, αλλά πιστεύω πως είναι νεκρή. Πιστεύω πως η Κολαβήρ μετάνιωσε γρήγορα που της αποκάλυψε τόσες λεπτομέρειες του σχεδίου της».
Ο Ντομπραίν ανέβηκε τα σκαλιά του βάθρου, κρατώντας την περικεφαλαία κάτω από το μπράτσο του. Το πρόσωπό του δεν διέφερε και πολύ από ψυχρό ατσάλι. «Κολαβήρ Σάιγκαν», ανακοίνωσε με τυπική φωνή που ακούστηκε σε κάθε γωνιά της Μεγάλης Αίθουσας. «Στην αθάνατη ψυχή μου και κάτω από την παρουσία του Φωτός, εγώ, ο Ντομπραίν, της Υψηλής Έδρας του Οίκου Τάμποργουιν, σου απαγγέλλω κατηγορία και σε επικρίνω για εσχάτη προδοσία, η τιμωρία της οποίας είναι θάνατος».
Το κεφάλι του Ραντ έγειρε πίσω κι ο άντρας έκλεισε τα μάτια του. Το στόμα του κινήθηκε ελαφρά, αλλά ο Πέριν ήξερε πως μονάχα ο ίδιος κι ο Ραντ άκουγαν αυτά που λέγονταν. «Όχι. Δεν μπορώ. Αδύνατον». Ο Πέριν κατάλαβε τώρα πού οφειλόταν η καθυστέρηση. Ο Ραντ έψαχνε διέξοδο. Ο Πέριν ευχήθηκε να την έβρισκε το γρηγορότερο.
Η Κολαβήρ δεν άκουγε τίποτα, αλλά σίγουρα έψαχνε κι αυτή μια διέξοδο. Κοίταξε γύρω της αλαφιασμένη, στον Θρόνο του Ηλίου, στις ακόλουθές της, στο συγκεντρωμένο πλήθος των ευγενών, λες κι όλοι αυτοί επρόκειτο να βγουν μπροστά και να την υπερασπιστούν. Όμως, παρέμειναν ακίνητοι, λες και τα πόδια τους είχαν κολλήσει σε κονίαμα. Μια θάλασσα από άδεια, ιδρωμένα πρόσωπα ήταν στραμμένα προς το μέρος της, αλλά τα μάτια απέφευγαν τα δικά της. Κάποια διακριτικά βλέμματα στράφηκαν προς τους Άσα'μαν. Το διόλου ευκαταφρόνητο κενό ανάμεσα στους ευγενείς και στους Άσα’μαν, μεγάλωσε αισθητά.
«Ψέματα!» φώναξε συριστικά η γυναίκα, με τα χέρια κολλημένα στον περίγυρο του φορέματός της. «Όλα ψέματα! Παλιομαρτυριάρα, παλιό...» Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της Φάιλε, αλλά ο Ραντ άπλωσε το χέρι του ανάμεσά τους, αν κι η Κολαβήρ φάνηκε να μην το βλέπει. Η Φάιλε έδειχνε δυσαρεστημένη με την κίνησή του. Όποιος της επιτιθόταν, τον περίμενε μια έκπληξη.